Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Χίο;

Γεννήθηκα εκεί και έζησα μέχρι τα εννιά μου. Συνολικά μείναμε έντεκα χρόνια και μετά μετακομίσαμε στο Αίγιο, επειδή ο πατέρας μου ήταν εκτελωνιστής.

Αρα μόνο σε παραθαλάσσιες πόλεις ζήσατε.

Ναι, το τελωνείο ήταν η εφορία του λιμανιού. Ο πατέρας μου είχε γερές σπουδές, Πάντειο και Νομική, ενώ διετέλεσε και γραμματέας της Βουλής για μια μικρή περίοδο. Οι μετακινήσεις μας όμως δεν ήταν μόνο επαγγελματικές, ήταν και πολιτικές. Ετσι γίνονταν οι μεταθέσεις.

Τον κυνηγούσαν λόγω φρονημάτων;

Ηταν υποψήφιος βουλευτής με την Ενωση Κέντρου, τον πρόλαβε η χούντα και συνελήφθη. Εμείς μέναμε ήδη στην Αθήνα, σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πλατεία Βάθης. Θυμάμαι τη μάνα μου το βράδυ της 21ης Απριλίου να βάζει μια κουβέρτα στο παράθυρο για συσκότιση. Συνελήφθη, αλλά μετά τον άφησαν και ήρθε στον Πειραιά. Εκεί όμως φορολόγησε την οικοσκευή του Ανδρουτσόπουλου, υπουργού της χούντας, που ερχόταν από την Αμερική. Τον τιμώρησαν στέλνοντάς τον στο Πέραμα. Μετά το ’74 δεν επέστρεψε στο Δημόσιο, αλλά δούλεψε στο εκτελωνιστικό γραφείο που άνοιξε ο μεγάλος μου αδελφός.

Ποιο θεωρείτε το πιο καθοριστικό πράγμα που ζήσατε εκείνη την περίοδο;

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν η μετάβαση στην Αθήνα στα δώδεκά μου. Από την ελευθερία της γειτονιάς και της αυλής, κλείστηκα σε ένα διαμέρισμα. Φοβόμουν να βγω μόνος μου στη Μάρνη, δεν ήξερα κανέναν. Μελαγχόλησα, έγινα ένα παιδί πολύ κλειστό. Διάβαζα πολύ Λουντέμη και έβλεπα τηλεόραση κρυφά, χωρίς ήχο, μέχρι τα μεσάνυχτα. Ηταν ένας μικρός κινηματογράφος για μένα.

Πότε αρχίζουν ν’ αλλάζουν τα πράγματα για εσάς;

Στο Γυμνάσιο έγινα πάλι κοινωνικός. Το σχολείο μου, το Τέταρτο Γυμνάσιο, ήταν πολύ αυστηρό. Η πόρτα έκλεινε οκτώ η ώρα ακριβώς. Αν αργούσες ένα λεπτό, έπρεπε να μπεις από την πόρτα των καθηγητών και έτρωγες το πρώτο χαστούκι από την καθαρίστρια. Μέχρι την τάξη, είχες φάει εφτά-οκτώ χαστούκια. Αλλαξα πολύ στα δεκάξι μου στο φροντιστήριο, όπου γνώρισα κόσμο και άρχισα να ανταλλάσσω απόψεις. Στα δεκαεφτά μου, λόγω μιας διάκρισης στην έκθεση, πήγα εκδρομή στη Μαδρίτη του Φράνκο. Τότε ήταν μια πόλη τρισάθλια, με χωματόδρομους.

Η Ιατρική ήταν ο μεγάλος στόχος. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον δρόμο;

Ηταν στόχος που μάλλον μου πέρασε ο πατέρας μου. Μου άρεσε όμως, δεν το ένιωσα ως βάρος. Αν ξαναγεννιόμουν, πάλι γιατρός θα γινόμουν.

Φλερτάρατε όμως και με τα καλλιτεχνικά.

Ενας οικογενειακός φίλος, ηθοποιός, μου πρότεινε να δώσω εξετάσεις στη σχολή εκφωνητών του Ζαππείου. Πήγα κρυφά από τους γονείς μου, γιατί η καλλιτεχνία ήταν ταμπού. Από τους 95 πέρασαν πέντε και μπήκα τρίτος, αλλά δεν το είπα ποτέ στους γονείς μου. Παράλληλα, έκανα τζαζ χορό. Ο Φώτης Μεταξόπουλος μου πρότεινε να μπω στο θέατρο, αλλά αρνήθηκα: «Είμαι φοιτητής Ιατρικής», του είπα. Δεν μπορούσα να με φανταστώ επαγγελματικά εκεί.

Ο φόβος της έκθεσης ή του νόμου καθόρισε τη ζωή σας;

Μεγάλωσα σε αυστηρό σπίτι και φοβόμουν πάντα τις συνέπειες. Ισως έπαιξε ρόλο η σύλληψη του πατέρα μου. Ημουν πάντα νομοταγής, ήθελα να εκπέμπω το κύρος του γιατρού: πάντα ξυρισμένος, με γραβάτα. Πέρα από τον φόβο, όμως, με έσωσε και η τύχη. Τρεις φορές κινδύνεψα να χάσω τη ζωή μου – σε μια χαράδρα στην Κεφαλονιά, σε ένα τροχαίο στη Σόλωνος και σε ένα ατύχημα με το σκάφος και τον γιο μου. Ηταν πολύ οριακές καταστάσεις όπου φυσικά λειτούργησε η τύχη.

Απ’ όσα μου αφηγείστε – δυστυχώς δεν μπορούν να μπουν όλα σε μια συνέντευξη – υπέβοσκε μια σύγκρουση ανάμεσα στην καλλιτεχνία και τις σπουδές. Σωστά καταλαβαίνω;

Στην πραγματικότητα ήξερα μέσα μου ποιος είναι ο δρόμος μου. Βεβαίως έπρεπε να περάσω ως νέος από διάφορες ατραπούς. Στο δεύτερο έτος της Ιατρικής έζησα ένα φοβερό πάθος με μια χορεύτρια. Εκείνη ανήκε στη νύχτα, γυρνούσαμε ξημερώματα κι εγώ στις οκτώ το πρωί έπρεπε να είμαι στη σχολή. Ημουν από τους ευνοημένους σε σχέση με άλλους φοιτητές. Ο πατέρας μου μού είχε αγοράσει αυτοκίνητο, μου έδινε μισθό και όχι χαρτζιλίκι. Θεωρούσε ότι η δουλειά μου ήταν οι σπουδές μου και όσο διαρκούσαν θα είχα αμοιβή. Ωστόσο υπήρξε η περίοδος που δεν ήμουν συνεπής σε όλα όσα προσπαθούσε να μου εμφυσήσει ο πατέρας μου τον οποίο είχα πρότυπο.

Πώς αντέδρασε;

Ενα βράδυ με περίμενε στις τέσσερις τα ξημερώματα στο χολ, καθισμένος με την πιτζάμα στις μπορντό μας πολυθρόνες. Μου είπε ήρεμα: «Θανάση, εσύ αποφάσισες να γίνεις γιατρός. Στα επτά χρόνια θα φύγεις από αυτό το σπίτι. Αν έχεις πτυχίο, καλό δικό σου. Αν δεν έχεις, κακό δικό σου». Ακουσα δύο φορές τη λέξη «δικό σου» και κατάλαβα ότι δεν σπούδαζα για εκείνον, αλλά για μένα. Ενιωσα ξανά το βάρος της ευθύνης και δεν ήθελα να προδώσω αυτή την εμπιστοσύνη. Την άλλη μέρα την πήρα τηλέφωνο στο περίπτερο της γειτονιάς της. Της είπα: «Πρέπει να χωρίσουμε. Εσύ ανήκεις στον κόσμο της νύχτας κι εγώ στον κόσμο της ημέρας». Εκείνη ούρλιαζε, δεν το καταλάβαινε. Υπέφερα, αλλά ήταν απόφαση επιβίωσης. Η λογική πρέπει να καθοδηγεί τις αξίες· ο έρωτας χωρίς λογική είναι εξάρτηση.

Η μητέρα σας τι ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση αυτής της ευθύνης που αναπτύχθηκε μέσα σας;

Καθοριστικό. Με πήγαινε μικρό στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, μου έδειχνε τους εργάτες που έχτιζαν πολυκατοικίες και μου έλεγε: «Αν δεν σπουδάσεις, θα γίνεις αυτός». Αυτό το μήνυμα λειτούργησε μέσα μου. Φοβήθηκα μη γίνω ο εργάτης στη σκαλωσιά. Αυτός ο φόβος, μαζί με τη συμβουλή του πατέρα μου ότι «τύχη έχει μόνο αυτός που προετοιμάζεται», με έκαναν να μη σκύψω ποτέ το κεφάλι.

Τι κρατάτε ως μάθημα για τα δικά σας παιδιά;

Οτι η αξία σου είναι αυτό που χτίζεις μόνος σου. Οταν ο γιος μου εντυπωσιάστηκε επειδή ένας φίλος του απέφυγε κλήση της Τροχαίας χρησιμοποιώντας το όνομα του υπουργού πατέρα του και μου αφηγήθηκε το περιστατικό, τον ρώτησα: «Μου το λες για να χαρώ ή να στενοχωρηθώ;». Του εξήγησα ότι αυτό είναι τραγικό. Δεν δέχομαι την «υπεραξία» που πηγάζει από τον φόβο των άλλων για το όνομά σου, αλλά μόνο εκείνη που πηγάζει από την αξία σου. Η συνέπεια και η ανάγκη να επικρατήσω στη ζωή με τις δικές μου δυνάμεις είναι αυτό που ήθελα να τους μεταλαμπαδεύσω.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail