Οπως όλες σχεδόν οι ταινίες του Γκάι Ρίτσι – που τώρα τελευταία δείχνει πολύ παραγωγικός γιατί περιμένουμε ακόμα μια ταινία του – έτσι και η «Γκρίζα ζώνη» (In the grey, ΗΠΑ/ Αγγλία, 2026) είναι γεμάτη στυλ, ενδιαφέροντες διαλόγους, διασκεδαστικούς χαρακτήρες και… επιφάνεια.

Το «βάθος» δεν ενδιέφερε ποτέ τον βρετανό σκηνοθέτη· ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι ταινίες του να γίνονται τόσο χορταστικές στην όψη – αλλά και να μην τις θυμάσαι μετά δεν έγινε και τίποτα. Εχεις περάσει καλά βλέποντάς τες. Εδώ, ο Ρίτσι μάς βάζει μέσα στον υπερπολυτελή κόσμο των πλουσίων επιχειρηματιών που είναι εγκληματίες του αισχίστου είδους.

Διακυβεύονται δισεκατομμύρια δολάρια για τα οποία τα πτώματα αυξάνονται επικινδύνως και στο μέσον, μια «καρχαρίας» δικηγόρος καλείται να δώσει λύσεις μαζί με τα δύο σούπερ σε όλα τσιράκια της (Χένρι Καβίλ και Τζέικ Τζίλενχααλ) που αναλαμβάνουν τη βρώμικη δουλειά και μπορούν να βγάλουν το οποιοδήποτε φίδι μέσα από την οποιαδήποτε τρύπα. Ολη αυτή η κατάσταση είναι πολύ ψυχαγωγική στην παρακολούθησή της και αυτός που φαίνεται να το διασκεδάζει περισσότερο είναι ο ίδιος ο Ρίτσι με διαφόρων τύπων γραφικά επί της οθόνης, την ώρα της δράσης (βελάκια, ολόκληρα κείμενα κ.λπ.).

Queer οικογενειακή δραμεντί

Το γεγονός ότι το Φράνσες (Οντ Μέισον Χάιντ), ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της ταινίας «Ανάμεσα σε τρεις ζωές» (Jimpa, Αγγλία/ ΗΠΑ, 2025) είναι άτομο μη δυαδικό (non binary), πιθανότατα να οφείλεται στα γονίδια του παππού του – ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο ακούμε το ίδιο να λέει: στη δεκαετία του 1970, ο παππούς του Φράνσες, ο Τζίμπα (Τζον Λίθγκοου), νυν καθηγητής πανεπιστημίου στο Αμστερνταμ και πατέρας δύο κορών, της Χάνα (Ολίβια Κόλμαν), μητέρας του Φράνσες και της Εμιλι (Κέιτ Μποξ), αποφάσισε να εξωτερικεύσει τον πραγματικό, ομοφυλόφιλο εαυτό του και να εγκαταλείψει την Αυστραλία για την Ολλανδία όπου ζει εδώ και δεκαετίες.

Το Φράνσες νιώθει μια ακαταμάχητη έλξη προς τον παππού του τον οποίο θα επισκεφτεί μαζί με την κινηματογραφίστρια μητέρα και τον δικό του πατέρα (Ντάνιελ Χένσαλ) όταν ένα πρόβλημα υγείας προκύπτει στον Τζίμπα. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο η σκηνοθέτις Σόφι Γουόρντ, θα κτίσει μια οικογενειακή δραμεντί που πλημμυρισμένη από μια ποικιλία ηρώων διαθέτει πολλές ευαίσθητες, ανθρώπινες στιγμές που (προφανώς) συγκινούν.

Η Γουόρντ δείχνει να ξέρει καλά το θέμα που πραγματεύεται και η Χάνα, η ηρωίδα της Κόλμαν, που επαγγέλλεται κινηματογραφίστρια και θέλει να γυρίσει μια ταινία εμπνευσμένη από τον πατέρα της, είναι κάτι σαν alter ego της ιδίας της Γουόρντ. Οπότε η ταινία αποκτά «ταυτότητα» εντελώς προσωπική. Ενώ όμως περιέχει άψογες ερμηνείες και πολύ ενδιαφέρον θέμα, ως ολοκληρωμένη ιστορία παρουσιάζει πρόβλημα καθώς δείχνει να μην έχει γερό άξονα στο σενάριο, που είναι γεμάτο από συζητήσεις για την ιστορία και τη συμπεριφορά των queer, ευθύβολες αλλά βαρετές διατριβές για την queer πολιτική και μαθήματα λεξιλογίου για την αμφιφυλοφιλία και την πολυσυντροφικότητα.

Feelgood γαλλική κωμωδία

Καλοκαίρι όπου να ‘ναι και αυτό σημαίνει ότι ήρθε η ώρα των γαλλικών κωμωδιών, πολλές από τις οποίες – κακά τα ψέματα – μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους που δυσκολεύεσαι να τις ξεχωρίσεις. Ο «Αυτόματος τηλεφωνητής» (Le répondeur, Γαλλία, 2025) όμως, κάνει κάπως τη διαφορά γιατί στηρίζεται σε μια πολύ καλή ιδέα: απελπισμένος από το κινητό του που δεν σταματάει ποτέ να κτυπάει, ένας διάσημος συγγραφέας (Ντενίς Πονταλιντές), μισθώνει έναν stand up κωμικό (Σαλίφ Σισέ), φοβερό μίμο στις φωνές, δουλειά του οποίου είναι να απαντάει ο ίδιος τις κλήσεις ώστε ο πρώτος να μείνει στην ησυχία του και να δουλέψει το βιβλίο που ετοιμάζει.

Βέβαια, το ντοσιέ της ζωής του, που ο συγγραφέας παραχωρεί στον μίμο ως βοήθημα-λυσάρι, δεν θα είναι αρκετό στα δύσκολα – και θα υπάρξουν αρκετά δύσκολα, γεγονός που στηρίζει τα αστεία της ταινίας της Φαμπιάν Γκοντό. Και όχι μόνο τα αστεία, καθώς η σκηνοθέτρια καταφέρνει να συνδέσει δραματικά στοιχεία στο κωμικό του όλου θέματος· π.χ. η «ηλεκτρισμένη» σχέση του συγγραφέα με τον ηλικιωμένο πατέρα του που πάντα τον αμφισβητούσε, ή το γεγονός ότι ο μίμος θα εμπλακεί κανονικά στη ζωή του εργοδότη του προσπαθώντας να «προστατέψει» την κόρη του (Κλαρά Μπρετό) από τον αριβίστα δημοσιογράφο τον οποίο έχει ερωτευθεί (και στην ουσία επιδιώκει συνέντευξη από τον πατέρα της). Feelgood ταινιούλα, εύπεπτη και καλοπαιγμένη.

Τρεις στον δρόμο

Ο ορισμός της ταινίας περιπλάνησης, το «Τροχόσπιτο» (Caravan, Τσεχία/ Ιταλία/ Σλοβακία, 2025), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Τσέχας Σουζάνα Κιρσνέροβα, ακολουθεί τη διαδρομή τριών ανθρώπων – δύο γυναικών και ενός αγοριού με διανοητικά προβλήματα – στην ιταλική ύπαιθρο. Ο κόσμος είναι επιθετικός – τους διώχνουν συνεχώς γιατί είτε η περιοχή, είτε η πλαζ «είναι ιδιωτική» – και η εκμετάλλευση με όλους τους τρόπους είναι δεδομένη.

Ταινία «επεισοδίων», κυρίως, που σου αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος – η όποια αισιοδοξία μέσα από αυτή τη μαυρίλα νιώθεις ότι βγαίνει με το ζόρι. Αξιοπρεπείς ερμηνείες από τις δύο γυναίκες (Ανα Γκεϊσλέροβα, Γιουλιάν Ολχοβα), ενώ ο μικρός Ντέιβιντ Βόστρτσιλ θυμίζει αρκετά τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο στην ταινία «Τι βασανίζει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ;», όπου υποδύθηκε ένα αγόρι με παρόμοια προβλήματα.

Αλτσχάιμερ χωρίς μελόδραμα

Ενας σχετικά νέος άντρας που βρίσκεται στα πρώτα στάδια της Αλτσχάιμερ, μια γυναίκα που προσπαθεί να τον στηρίξει – όσο μπορεί και με τον δικό της, ασυνήθιστο τρόπο – και ένας γιος στην προεφηβεία που θα πρέπει κάποια στιγμή να μάθει την αλήθεια για τον πατέρα του.

Αυτά είναι τα βασικά πρόσωπα και η πλοκή της ιταλικής δραμεντί «Για σένα» (Per te, Ιταλία, 2025) και με τα παραπάνω δεδομένα η κατάθλιψη είναι το πρώτο πράγμα που υποψιάζεσαι ότι θα νιώσεις. Ομως όχι. Αυτή η ταινία που μάλιστα στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα δεν θέλει να σε στενοχωρήσει.

Ο λεπτών αποχρώσεων χειρισμός του σκηνοθέτη/συν-σεναριογράφου Αλεσάντρο Αρονάντιο με τη βοήθεια των cool ερμηνειών και των τριών βασικών ηθοποιών (Εντοάρντο Λέο, Τερέζα Σαπονάντζελο, Χαβιέρ Φραντσέσκο Λεόνι) «νικούν» τη δυσφορία που θεωρείς δεδομένη και σε οδηγούν με πολύ ευθύ τρόπο στην καρδιά του ζητήματος. Η ταινία έχει ωραίες ανατροπές, αρνείται τις μελοδραματικές υπερβολές και συχνά καταφεύγει σε σινεφιλικές αναφορές (Μπάστερ Κίτον, Τσάρλι Τσάπλιν, Γκράουτσο Μαρξ) που βοηθούν να σπάσει ο πάγος.

Η άγνωστη Ιερά Οδός

Δεν περίμενα ότι ένα ντοκιμαντέρ για την Ιερά Οδό θα με συγκινούσε σε τέτοιο βαθμό, όμως αυτό ακριβώς έγινε με την «Ιερά Οδό, 21 χλμ.» (Ελλάδα, 2026) και κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να υπάρχει αυτή η πρόθεση από τη δημιουργό του, Νικολέτα Παράσχη.

Γιατί αυτή η διαδρομή από την αρχή της Ιεράς Οδού στον Κεραμεικό, ως το 21ο χιλιόμετρο στην Ελευσίνα, έχει τέτοια ζωντάνια του σήμερα και παράλληλα τόσο βαριά ιστορία από τα χρόνια της αρχαιότητας, που πραγματικά ο συνδυασμός σε κερδίζει άνευ όρων.

Οπως συνέβη με τη σκηνοθέτρια, έτσι και ο θεατής μαθαίνει κάποια πράγματα γύρω από αυτή τη διαδρομή που μάλλον δεν ήξερε: για τη Γεωπονική Σχολή, για τον Ναό της Δήμητρας όπου όπως ακούμε «ο Ελληνισμός συνάντησε την Ορθοδοξία», για τον Βοτανικό Κήπο στο 19ο χιλιόμετρο. Παράλληλα, βλέπουμε πλάνα εργασιών στα πολυσύχναστα σημεία της Ιεράς Οδού, ένας γεροροκάς κιθαρίστας μιλάει για τη μητέρα του, γάτες στον δρόμο να κοιτάζουν καχύποπτα και απορημένα μια 87χρονη που εξακολουθεί να εργάζεται στα χωράφια γιατί αν σταματήσει, θα πεθάνει. Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί με αληθινή αγάπη αυτόν τον δρόμο, και όταν τελικά φτάνει στον προορισμό του εύχεσαι να είχε διαρκέσει λίγο παραπάνω.

Οικολογία και animation

«Το τραγούδι της μικρής γοργόνας» (The Last Whale Singer, ΗΠΑ, 2026). Ο έντονος οικολογικός χαρακτήρας του animation που συν-σκηνοθέτησαν οι Πάβελ Χρούμπος, Στίβεν Ματζάουρι και Ρέζα Μεμάρι φαίνεται στο σενάριο, καθώς έμπνευση για τη γέννηση αυτής της «ιστορίας ενηλικίωσης» του Βίνσεντ, μιας νεαρής μεγάπτερης φάλαινας, υπήρξε ένα ντοκιμαντέρ για τις μεγάπτερες φάλαινες ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν «τραγουδιστές» που επικοινωνούν με πολύπλοκες μελωδίες. Το πολυεπίπεδο αφηγηματικό σύμπαν της ταινίας περιλαμβάνει videogames, διαδραστικά storybooks και ενδεχόμενη μελλοντική τηλεοπτική σειρά, η οποία θα επεκτείνει την ιστορία του Βίνσεντ.

Λου Τσουάν x 2

Παρουσία του σκηνοθέτη Λου Τσουάν, κάνει απόψε στο Στούντιο της Πλατείας Αμερικής την ελληνική πρεμιέρα της η ταινία «Mountain patrol» (Κίνα, 2004), ένα μινιμαλιστικό road movie με φόντο την ομορφιά του θιβετιανού τοπίου σε αντιπαράθεση με την ασχήμια της ανθρώπινης ψυχής που το μολύνει με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο. Η ταινία αναφέρεται στην οργανωμένη προσπάθεια της κινεζικής κυβέρνησης να πατάξει τους λαθροθήρες ενός σπάνιου είδους αντιλόπης.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου δημιουργείται μια ειδική ομάδα, ηγέτης της οποίας είναι ο Ρι Τάι, ένας σιωπηλός αλλά αποφασιστικός άντρας, τόσο πεισμωμένος για το αδιανόητο αυτό έγκλημα που δείχνει έτοιμος να μη σταματήσει πουθενά, θέτοντας σε δοκιμασία τη δική του ανθρωπιά (σε μια σκηνή τον βλέπουμε να αφήνει μόνους τους συλληφθέντες στην έρημο και να τους λέει ότι θα πρέπει να περπατήσουν 300 χιλιόμετρα για να βρουν ξανά πολιτισμό).

Η εκφραστικότητα του Κινέζου, θιβετιανής καταγωγής, Tobgyal στον ρόλο (γνωστός και ως Duobujie) είναι από μόνη της λόγος για να δει κανείς την ταινία. Ο φακός του Λου Τσουάν παρακολουθεί τα δρώμενα με υπομονή και άκρως κινηματογραφική ματιά, δίνοντας σε αυτό το βασισμένο σε αληθινά γεγονότα υπαρξιακό έργο, διαστάσεις έπους.

Οι θηριωδίες για τις οποίες ευθύνεται ο ιαπωνικός στρατός όταν πριν από 70 χρόνια η Ιαπωνία εισέβαλε στην τότε πρωτεύουσα της Κίνας Νανγίγκ, έχουν «περάσει» ποικιλοτρόπως στον κινηματογράφο, ποτέ όμως τόσο ρεαλιστικά και ωμά όσο στην ταινία «Πόλη της ζωής και του θανάτου» («City of life and death», 2009, Κίνα/ Χονγκ Κονγκ) του Λου Τσουάν.

Πολύ σύντομα το φιλμ μετατρέπεται σε ασπρόμαυρο λουτρό αίματος και το μέγεθος της κτηνωδίας απλά σε υπερβαίνει. Οι Ιάπωνες πετούν παιδιά από τα παράθυρα, βιάζουν γυναίκες, σφάζουν και πυροβολούν ό,τι βρεθεί στο διάβα τους. Την ίδια ώρα όμως, τα κάδρα που στήνει ο Λου Τσουάν θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε εξπρεσιονιστικούς πίνακες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα.

Top Gun x 2

Τέλος, με αφορμή τα 40 χρόνια από τη δημιουργία του «Top gun» (ΗΠΑ, 1986), η ταινία που μετέτρεψε τον Τομ Κρουζ σε παγκόσμιο αστέρα, επαναπροβάλλεται στις αίθουσες μαζί με τη συνέχειά της, «Top Gun Maverick» (ΗΠΑ, 2022). Στην πρώτη ταινία, που σκηνοθέτησε ο Τόνι Σκοτ, παρακολουθούμε τα πρώτα βήματα του Μάβερικ Μίτσελ, φιλόδοξου και πολύ ριψοκίνδυνου πιλότου μαχητικών αεροσκαφών. Στη δεύτερη, του Τζον Κοσίνσκι, ο Μάβερικ είναι πλέον εκπαιδευτής νέων πιλότων (όπου βεβαίως αποδεικνύεται ο ίδιος καλύτερος από… πριν).

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail