Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν εμμονή με την οπλοποίηση των πλεονεκτημάτων της τεχνητής νοημοσύνης της χώρας τους. Το Κογκρέσο και ο Λευκός Οίκος επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την «υπολογιστική ισχύ» της Αμερικής – προηγμένους ημιαγωγούς και κέντρα δεδομένων –, ενώ παράλληλα κρατούν τον υπόλοιπο κόσμο σε διαπραγματευτικό μειονέκτημα. Η αφήγηση τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου δεν μπορούν να χτιστούν γέφυρες.

Ως κάποιος που ηγείται μιας μεγάλης ομάδας διεπιστημονικών ερευνητών που χρησιμοποιούν υπολογιστικές μεθόδους για την ανάλυση της παγκόσμιας διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης, πιστεύω ότι το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο.

Από το 2016 περισσότερες από 70 χώρες έχουν δημοσιεύσει εθνικές στρατηγικές για την τεχνητή νοημοσύνη, όπως και η Ευρωπαϊκή Ενωση καθώς και πολυμερείς οργανισμοί όπως τα Ηνωμένα Εθνη. Μεταξύ των ευρημάτων μας ξεχωρίζουν τρία αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

Πρώτον, αρκετές χώρες συγκεντρώνονται γύρω από συγκεκριμένα θέματα ή προτεραιότητες. Για παράδειγμα, οι χώρες της ΕΕ συγκεντρώνονται γύρω από μια προσέγγιση που επιδιώκει να εξισορροπήσει την οικονομική ανταγωνιστικότητα με ηθικά και κοινωνικά ζητήματα και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής συγκεντρώνονται γύρω από μια προσέγγιση που βασίζεται στην υπάρχουσα ψηφιακή υποδομή. Αντίθετα, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μοναδικές στρατηγικές που αφορούν κυρίως την παγκόσμια κυριαρχία, την έρευνα και την ανάπτυξη. Δεύτερον, οι χώρες μοιράζονται επίσης τις προσεγγίσεις τους μέσω διεθνών σχέσεων. Ετσι, η Ισπανία εμφανίζεται ως παράγοντας τόσο στις ομάδες της Λατινικής Αμερικής όσο και της ΕΕ.

Εξίσου αξιοσημείωτο είναι ότι οι πολυμερείς οργανισμοί δεν φαίνεται να ανήκουν σε ομάδες χωρών. Εξαιρέσεις αποτελούν η ομάδα της ΕΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα, η προσέγγιση της οποίας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη μοιράζεται πολλά με πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.

Εδώ στην Ουάσιγκτον είναι σχεδόν ανάθεμα στις μέρες μας να μιλάμε για «παγκόσμια συνεργασία» στη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης. Ομως αυτή η πραγματικότητα εξελίσσεται τόσο γρήγορα όσο και η ίδια η υποδομή της τεχνητής νοημοσύνης, υποδηλώνοντας ότι ήδη λαμβάνει χώρα κάτι σαν παγκόσμια συνεργασία.

Επίσημες σχέσεις εξακολουθούν να είναι δύσκολο να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν, ειδικά αν περιλαμβάνουν τις δύο μεγάλες δυνάμεις της τεχνητής νοημοσύνης. Αλλά το έργο γίνεται πολύ πιο εύκολο για τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλες χώρες και οργανισμοί έχουν την ευκαιρία να μοιραστούν ό,τι γνωρίζουν, να μάθουν ο ένας από τον άλλον και, τελικά, να δημιουργήσουν κοινούς θεσμούς και πρότυπα με τα οποία μπορούν όλοι να ζήσουν.

Ο Τζ. Π. Σινγκ είναι καθηγητής στη Σχολή Πολιτικής και Διακυβέρνησης Schar και διευθυντής του Κέντρου Καινοτομίας και Ανταγωνιστικότητας Οικονομίας στην Τεχνητή Νοημοσύνη στο Πανεπιστήμιο George Mason

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail