«Είµαι εδώ επειδή µε ξέρασε η Ιστορία. Είµαι εδώ επειδή οι Λευκοί ήταν στη χώρα µου, κι ακόµα είναι. Τι είµαι; Μια ιθαγενής της δηµοκρατίας. Πρώτα απ’ όλα είµαι θύµα. Την ανθρωπιά την έχω χάσει. Το 1492 και ξανά το 1830. Και παλεύω µια ζωή να την ανακτήσω». Με αυτόν τον τρόπο ορίζει τη θέση της η Χουριά Μπουτελτζά κάπου στην αρχή του βιβλίου της «Οι Λευκοί, οι Εβραίοι κι εµείς. Μια πολιτική της επαναστατικής αγάπης», που µόλις κυκλοφόρησε, σε δεύτερη και επαυξηµένη έκδοση, από τις εκδόσεις Opportuna, σε µετάφραση και εισαγωγή της Μυρτώς Ράις. Παιδί Αλγερινών που βρέθηκαν στη Γαλλία, η Μπουτελτζά είναι χρόνια τώρα στο επίκεντρο πολλών συζητήσεων.
Στα µάτια της Δεξιάς, της «Μακρονίας» και αρκετών Σοσιαλιστών, είναι το πρόσωπο του «ισλαµοαριστερισµού». Στα µάτια της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του κόσµου των κινηµάτων είναι µία από τις πιο σηµαντικές αποαποικιακές φωνές, παρά τις επικρίσεις της σε ορισµένες εκδοχές «λευκού» αντιρατσισµού, ιδίως από τη στιγµή που όχι µόνο έχει προτείνει µια κριτική υποστήριξη της «Ανυπότακτης Γαλλίας», αλλά και προβάλλει τη συµπόρευση ανάµεσα στους «βάρβαρους», δηλαδή τα φτωχά στρώµατα µεταναστευτικής καταγωγής, και τους «άξεστους», δηλαδή τη λευκή εργατική τάξη που στρέφεται προς την Ακροδεξιά, γύρω από κοινούς στόχους όπως η ρήξη µε την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν το πρώτο που κυκλοφόρησε η Μπουτελτζά το 2016, ύστερα από χρόνια στράτευσης στο Κόμμα των Ιθαγενών της Δημοκρατίας, μια πρωτοβουλία ανθρώπων με καταγωγή από τις αποικίες, που συνειδητά υιοθέτησαν την ταυτότητα «ιθαγενείς» (που προέρχεται από αποικιακό νομικό πλαίσιο) για να επεξεργαστούν μια ριζοσπαστική εκδοχή πολιτικού αποαποικιακού αντιρατσισμού.
Σε πείσμα της επίσημης «συμπεριληπτικής ρητορικής», η Μπουτελτζά επιμένει ότι η «λευκότητα είναι απόρθητο οχυρό», έστω και εάν το αυτοκρατορικό σχέδιο σήμερα συγκαλύπτεται από τη συστηματική προσπάθεια των λευκών να διεκδικήσουν το πρωτείο του ανθρωπισμού, του φεμινισμού και της αντιομοφοβίας. Ωστόσο, το πρόβλημα της συνάντησης ανάμεσα στους ιθαγενείς και τους λευκούς παραμένει. «Πώς να συλλογιστεί κανείς την αγάπη μεταξύ μας, αν τα προνόμια των μεν βασίζονται στην καταπίεση των δε;», αναρωτιέται, για να συμπληρώσει, «η αγάπη και η ειρήνη έχουν ένα τίμημα. Πρέπει να πληρωθεί».
«Εσείς, οι Εβραίοι»
Στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Εσείς, οι Εβραίοι», η Χουριά είναι ιδιαίτερα επικριτική: «Τελικά, ναι, είστε οι εκλεκτοί της Δύσης. Σας επέλεξε για τρεις κεφαλαιώδεις αποστολές: να επιλύσετε την κρίση ηθικής νομιμότητας του λευκού κόσμου, συνέπεια της ναζιστικής γενοκτονίας, να γίνετε υπεργολάβοι του ρατσισμού της Δημοκρατίας, και να είστε το οπλισμένο χέρι του δυτικού ιμπεριαλισμού στον αραβικό κόσμο». Από την άλλη υπενθυμίζει ότι το Ολοκαύτωμα στηρίχτηκε πάνω στις πρακτικές της αποικιοκρατίας: «Η απανθρωποποίηση μιας φυλής, η καταστροφή της, ο αφανισμός από προσώπου γης ήταν ήδη γραμμένα στα αποικιοκρατικά γονίδια του εθνικοσοσιαλισμού. Ο Χίτλερ ήταν απλώς καλός μαθητής».
Εντοπίζει, όμως, και τον κοινό τόπο ανάμεσα στους ιθαγενείς και τους Εβραίους: «Το κοινό όμως μεταξύ μας είναι ότι δεν ανήκουμε στο νόμιμο σώμα του έθνους», ενώ υπενθυμίζει και τις παραδόσεις του Εβραϊκού σοσιαλιστικού αντισιωνισμού: «να ακολουθήσετε τα βήματα των περήφανων αγωνιστών του Μπουντ», για να συμπληρώσει: «Ο αντισιωνισμός θα είναι επίσης το πεδίο της ιστορικής σύγκρουσης ανάμεσα σε εσάς και τους Λευκούς, η ευκαιρία για τους δεύτερους να σας ζητήσουν τρεις φορές συγγνώμη: μια πρώτη για τη γενοκτονία, μια δεύτερη επειδή μετά το 1945 δεν σας αποκατέστησαν μέσω μιας πλήρους και απροϋπόθετης ευρωπαϊκής ιθαγένειας, και μια τελευταία επειδή σας δώρισαν μια ανοιχτή φυλακή, το Ισραήλ».
«Εμείς οι γυναίκες ιθαγενείς»
Προσεγγίζοντας το αναγκαίο «εμείς», η Μπουτελτζά στέκεται στο «εμείς οι γυναίκες ιθαγενείς» και είναι επικριτική απέναντι σε έναν «λευκό» φεμινισμό που στοχοποιεί τους ιθαγενείς στις φτωχογειτονιές για τον σεξισμό τους και υποτίθεται ότι αγωνίζεται υπέρ των γυναικών στα προάστια. Ομως, αρνείται αυτή την «ιερή συμμαχία ενάντια στους άντρες των προαστίων», επιμένοντας ότι «μαζί με την Ασάτα Σακούρ λέω: “Οσο οι άντρες μας είναι καταπιεσμένοι, δεν θα είμαστε ελεύθερες.”». Γι’ αυτό και αντιστρέφοντας το κλασικό φεμινιστικό σύνθημα επιμένει: «Οχι, το σώμα μου δεν μου ανήκει. Σήμερα ξέρω ότι η θέση μου είναι ανάμεσα στους δικούς μου». Οσο για το ιδιαίτερα φορτισμένο στη Γαλλία ζήτημα της «μαντίλας», υπογραμμίζει ότι όσες την επιλέγουν, το κάνουν «για ένα σωρό λόγους που ξεκινούν από την αναζήτηση πνευματικότητας και φτάνουν μέχρι την πολιτική αντίσταση περνώντας από τη βαθιά επίγνωση του εγώ και της αξιοπρέπειας. Γιατί, εν πάση περιπτώσει, δεν είμαστε σώματα διαθέσιμα στην κατανάλωση των λευκών αρσενικών».
Απέναντι στη συστηματική βία μιας κρίσης του καπιταλισμού που είναι και κρίση του πολιτισμού, η Μπουτελτζά επιμένει στην ανάγκη για έναν «διεθνή καταμερισμό της αγωνιστικής εργασίας: οικιακός διεθνισμός σε εθνικό επίπεδο και αποαποικιακός διεθνισμός σε διεθνές επίπεδο», αλλά και για «αποαποικιακή πλειοψηφία». Το καταληκτικό κεφάλαιο, με τον προκλητικό τίτλο «Αλαχού Ακμπάρ», δεν καλεί μόνο σε κατανόηση της στροφής προς το Ισλάμ «για μια κοινότητα που, αφού δεν μπορεί να λύσει την οικονομική κρίση, επιχειρεί τουλάχιστον να αντεπεξέλθει στην κρίση νοήματος», αλλά και επιμένει στην ανάγκη για ένα νέο Εμείς, «της υπέρβασης της ράτσας και της κατάργησής της».
Τα κείμενα που συμπληρώνουν αυτή τη δεύτερη έκδοση και περιλαμβάνουν μια συνέντευξη της Μπουτελτζά από τη μεταφράστρια Μυρτώ Ράις και δύο πολύ πιο πρόσφατες παρεμβάσεις της δείχνουν πώς η Μπουτελτζά συνέχισε να επεξεργάζεται αυτό το αναγκαίο Εμείς συμπεριλαμβανομένης της πρότασης που πρόσφατα διατύπωσε για έναν διεθνιστικό πατριωτισμό, που θα περιλαμβάνει το «αποαποικιακό Frexit», την ανάκτηση της εθνικο-λαϊκής κυριαρχίας και τη ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό, ως τις αναγκαίες προϋποθέσεις και για έναν κομμουνισμό που στα μάτια της πρέπει να είναι αποαποικιακός, ακριβώς επειδή «για να γίνει υπερβατικότητα, θα πρέπει να βάλει στην αγκαλιά του την ποικιλότητα των ανθρώπων, την ποικιλότητα των περιπτώσεων, την ποικιλότητα των πολιτισμών, και μαζί όλες τις ανάγκες της ψυχής».








