Υπάρχει μια μορφή αυθαιρεσίας έναν καλλιτέχνη τόσο γνωστό που ακόμη και εκατομμύρια ανθρώπων θα είχε ο καθένας τους, ενώ τον θυμάται, να τον ανακαλεί με ένα πολύ ακριβές επίθετο, να τον εγκλωβίζεις ακόμη και σε μια ευρύτατου φάσματος ιδιότητα. Αλλά όταν μια συνάντηση, ακόμη και ολιγόλεπτη, με την Τζένη Καρέζη σου δημιουργούσε το αίσθημα ενός εξαιρετικού ποιητικού πλάσματος, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ισχυροποιούνταν το αίσθημα αυτό όταν μιλάμε για μια φιλία δύο, το λιγότερο, δεκαετιών.
Αν και ζούσε και εργαζόταν μέσα σε έναν κόσμο με αυστηρά καθορισμένα τα όριά του και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται, δεν έπαυε να λειτουργεί σε συχνή ρήξη μαζί του, να τον αμφισβητεί. Σε σημείο ώστε η απόσταση που δημιουργούνταν ανάμεσα στην ίδια και στους άλλους, να την κάνει να εκδηλώνεται την ίδια ακριβώς στιγμή επιθετική αλλά και απόμακρη, προκλητική αλλά και σεβαστική, ποτέ όμως προσβλητική ή βάζοντας νερό στο κρασί της. Εχοντας τους λόγους της ώστε το πραγματικό της όνομα «Ευγενία Καρπούζη» (το «Τζένη Καρέζη» της το είχε δώσει ο δάσκαλός της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου Αγγελος Τερζάκης) να την ενοχλεί στο άκουσμά του, έπαιρνε, όταν της το θυμίζανε μια τόσο δυσάρεστη έκφραση σαν να της προσήπταν κάτι το μεμπτό.
Η αντίδρασή της αυτή σε συνδυασμό με μια εξομολόγησή της, σε μεταμεσονύχτιες ώρες, που ήταν και οι καλύτερές της, ότι «θα είχαμε υπάρξει αφάνταστα πιο κερδισμένες (εννοούσε τη Βουγιουκλάκη και τον εαυτό της), αντί να περνάμε τόσες ώρες μέσα στα τζιπάκια της Φίνος Φιλμ, πηγαίνοντας για γυρίσματα, να καθόμασταν στο σπίτι μας και να διαβάζαμε και κανένα βιβλίο», απεκάλυπταν μια καλλιτέχνιδα που συνειδητοποιούσε τη θέση της μέσα στον κόσμο κάθε άλλο παρά με τους τρέχοντες όρους της καλλιτεχνικής αγοράς.
Οσο κι αν την ενδιέφερε η επιτυχία μιας παράστασης, άλλο τόσο την ένοιαζε η τοποθέτησή της στο μέλλον, τι θα γραφεί γι’ αυτήν, πώς θα τη θυμούνται, αν θα συνεχίζει να υπάρχει ως καλλιτεχνικό γεγονός που είχε γίνει σε κάποιο βαθμό και ιστορικό. Είχε τόση συνείδηση ότι ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να υπάρξει αν το έργο του δεν παραμένει ως έναν βαθμό χειροπιαστό, ώστε ήταν απόλαυση να την ακούς, πάντα τις μεταμεσονύχτιες ώρες, να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τους φίλους της Λέοντα Καραπαναγιώτη, Κώστα Μητρόπουλο, Σταμάτη Φασουλή, Μαρία Δαμανάκη, Κυρ, Κώστα Σταματίου, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Γιώργο Κιμούλη, όσον αφορά το εφήμερο της θεατρικής τέχνης. Και να υπερασπίζεται μια προορισμένη να ξεχαστεί θεατρική «ώρα», ώστε να αποκτά το δικαίωμα να διεκδικεί λόγω της γνησιότητας και του πάθους που είχε δουλευτεί μια μορφή «αιωνιότητας». Την πλημμύριζε ένας παιδικός ενθουσιασμός όταν μπορούσε να συμβάλει σε οτιδήποτε η επιβίωσή του διαγραφόταν πλέον ή βέβαιη, και απαρομοίαστη παραμένει η χαρά της όταν, σε ένα ταξίδι της στο Παρίσι, ανεκάλυψε και μας έφερε τις κασέτες μιας συνομιλίας του Γιώργου Σεφέρη με τη δημοσιογράφο Αν Φιλίπ (σύζυγο του ηθοποιού Ζεράρ Φιλίπ), που ένα μέρος της μόνο είχε δημοσιευθεί στη γαλλική «Le Μonde» και είχε αναδημοσιευθεί στο «Βήμα» στα χρόνια της χούντας. Χωρίς ποτέ να μας αποκαλύψει ποιας τάξεως ήταν το ποσόν που είχε πληρώσει για να τις αποκτήσει ή ποια υπήρξε η πηγή που της τις προμήθευσε.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως ως ένα έργο τέχνης αντιμετώπιζε τις συνάξεις των φίλων της στο σπίτι της ή στο θέατρό της, ο τρόπος που τις οργάνωνε ώστε ο καθένας του να αισθάνεται πως διατηρεί μια εξέχουσα θέση σε μια υψηλού επιπέδου συνάντηση. Το επετύγχανε δημιουργώντας την ατμόσφαιρα με «υλικό» την τρέχουσα ασφαλώς πολιτική και καλλιτεχνική επικαιρότητα, αλλά χωρίς τις παρωπίδες μιας καλλιτέχνιδας που, καθώς ήταν πάρα πολύ γνωστή, όφειλε να έχει τις προκαταλήψεις ή τα μη ομολογημένα ενδιαφέροντά της. Συμπεριφερόταν χωρίς ίχνος βεντετισμού, υποχρεώνοντας και όλους τους άλλους με όση μεγαλύτερη διάσταση εκφράζονταν σε σχέση με τη δημόσια εικόνα τους τόσο πιο ειλικρινείς να λογαριάζονται.
Με οποιαδήποτε «λεπτομέρεια» της ζωής της κι αν γινόταν γνωστή, έχουμε την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν θεωρούσε τίποτε δεδομένο για τον εαυτό της ώστε να έχει διατυπώσει τη φοβερή κουβέντα, όσον αφορά τις σχέσεις της με τους άλλους, πως «δεν υπάρχει τράπεζα στον κόσμο όπου να μπορείς να κάνεις αναλήψεις, αν προηγουμένως δεν έχεις κάνει καταθέσεις». Ή την απάντησή της στον Κάρολο Κουν όταν της μίλησε, μέσα στα χρόνια της χούντας, για το ενδεχόμενο της συνεργασίας της με το Θέατρο Τέχνης, ότι κλείνει με χαρά το θέατρό της, παρά τις λαμπρές εισπράξεις που έκανε εκείνη την εποχή έχοντας ανεβάσει την κωμωδία «Μαίρη Μαίρη» και κατεβαίνει στο πολυθρύλητο «Υπόγειο» χωρίς καμία απολύτως οικονομική απαίτηση ή αξίωση όσον αφορά τη θέση όπου θα μπει το όνομά της.
Αντιλαμβάνεται κανείς πως όσο ισχυρό και αν παραμένει σε όλους μας το αποτύπωμά της, κυρίως χάρη στις ταινίες της (ενδεικτικά «Το νησί των γενναίων», «Η νύφη το έσκασε», «Ραντεβού στην Κέρκυρα», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Τζένη Τζένη», «Δεσποινίς διευθυντής»), η ίδια θα παρέμενε πολύ περισσότερο ευτυχής η μνήμη της να έχει διασωθεί έστω και σε λιγότερο έντονο βαθμό χάρη σε παραστάσεις της όπως ο «Αμλετ», η «Ανθή», «Ο ματωμένος γάμος» (δεν υποδύθηκε μόνο τον ρόλο της Νύφης στο έργο του Λόρκα, αλλά και τον ρόλο του «Φεγγαριού»), «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», «Και τώρα οι δυο μας», «Βυσσινόκηπος», «Διαμάντια και μπλουζ», «Ηλέκτρα», «Μήδεια», «Οιδίποδας». Αρκεί για να το υποθέσει με ασφάλεια κανείς, αν αναλογιστεί πως έχοντας σχεδόν όλο το πρώτο εξάμηνο του 1992, πλήρη συνείδηση του επερχόμενου τέλους της, κατόρθωσε με μίαν απίστευτη αναδίπλωση μέσα της το «τέλος» αυτό, αντί για μια συνθήκη όπου εξωθούνταν βίαια, να μπορεί να φαντάζει ακόμα και ως μια ελεύθερη επιλογή. Με κυριότερο συμπαραστάτη της, όπως ομολογούσε η ίδια, τον στίχο από το ποιητικό του βιβλίο «Ελεγεία της Οξώπετρας», που της είχε στείλει με αφιέρωση ο Οδυσσέας Ελύτης: «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ».







