Δεν μας έφταναν τα καρφώματα (για να μην πω μπινελίκια και παρεξηγηθώ) μεταξύ πολιτικών, την τελευταία εβδομάδα είχαμε και το beef (βλέπετε πως τα ξέρω τα μοντέρνα) μεταξύ του καθηγητή Στάθη Καλύβα και του εκδότη Σταύρου Πετσόπουλου. Αιτία ή μάλλον αφορμή, ένα λάθος στο βιβλίο του Καλύβα και της Νατάσας Τριανταφύλλη «Big Bang 1970 – 1973». Γράφτηκε ότι ο συγγραφέας Μάριος Χάκκας αυτοκτόνησε το 1972 ενώ, στην πραγματικότητα, πέθανε από καρκίνο. Αν και το λάθος διορθώθηκε, ο Πετσόπουλος το κατήγγειλε, ως πολύ σοβαρό ατόπημα, ο Καλύβας απάντησε με αιχμές περί αυριανισμού, στο γαϊτανάκι μπήκαν (παρέα με όλες τις ιδεοληπτικές προκαταλήψεις τους) δημοσιογράφοι «ειδικού σκοπού» συν χρήστες των σόσιαλ και το όλο θέμα εξελίχθηκε σε ξεκατίνιασμα, όχι από τους ίδιους αλλά κυρίως από τους υποστηρικτές τους. Με επίφαση διανόησης μεν, αλλά ξεκατίνιασμα.

Εντάξει, συμβαίνουν αυτά μεταξύ πνευματικών ανθρώπων. Αυτά και χειρότερα. Ο Μ. Καραγάτσης είχε πλακώσει στο ξύλο – δημόσια μάλιστα – τον Σπύρο Μελά για κάποιες παρατηρήσεις του σχετικές με τον ερωτισμό στα μυθιστορήματά του. Ενα δοκίμιο του Νόρμαν Μέιλερ για το φεμινιστικό κίνημα προκάλεσε την αρνητική κριτική του Γκορ Βιντάλ και όταν, το 1971, οι δύο άντρες συναντήθηκαν σε τηλεοπτική εκπομπή, ο Μέιλερ πρώτα χαστούκισε και μετά κουτούλησε τον Βιντάλ.

«Στήσανε κι έναν Βούδα ανάμεσά τους, ποιητή με τον νου παρά με την καρδιά, και κριτικό, συχνότατα ευρηματικό και κάποτες οξύτατο, αξιόλογο σε πολλά, μα όχι βέβαια και για αποθέωση και τον θυμιατίζουν με τρακόσα εξήντα πέντε άρθρα ο καθένας τον χρόνο» έγραψε, τον Ιούλιο του 1947 ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος για τον Σεφέρη. Και η κόντρα, στην οποία συμμετείχαν, με αλλεπάλληλα άρθρα, ο Καραντώνης, ο Κατσίμπαλης, ο Αλκης Θρύλος και ο πάντα αψίκορος Μ. Καραγάτσης, κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς.

Από την άλλη, ο Σεφέρης έχει αποδώσει στον Αγγελο Σικελιανό «…λυρισμό γορίλλα που θέλει να τα καταβροχθίσει όλα». Η δε διαμάχη μεταξύ του Δημήτρη Μαρωνίτη και του Γιώργου Ιωάννου έγινε βιβλίο από τον Ξενοφώντα Κόκκαλη (εκδόσεις Ινδικτος). Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έλεγε για τον Γιάννη Ψυχάρη ότι «…η δημοτική του δεν ήταν λαϊκή γλώσσα, ήταν πλαστή», ενώ ο Ψυχάρης δήλωνε ότι «…ο Καβάφης δεν είναι ποιητής, είναι τζουτζές».

Η Βιρτζίνια Γουλφ είχε χαρακτηρίσει τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, ως «Το έργο ενός νοσηρού προπτυχιακού φοιτητή που ξύνει διαρκώς τα σπυριά του». Και ο Φόκνερ έγραφε για τον Μαρκ Τουέιν ότι «Βρήκε κάτι ξεχασμένους λογοτεχνικούς σκελετούς, τους έντυσε με τοπικό χρώμα και κατάφερε να συγκινήσει τους επιφανειακούς και τους τεμπέληδες». Ενώ ο Τρούμαν Καπότε έλεγε ότι ο Τζακ Κέρουακ δεν γράφει, δαχτυλογραφεί.

Μεγάλος ο κατάλογος με τις δηλητηριώδεις ατάκες και επιθέσεις μεταξύ ανθρώπων του πνεύματος. Θα έλεγα και παραγωγικές σε κάποιες περιπτώσεις. Κι αυτό διότι γίνονταν στο προστατευμένο περιβάλλον της Τέχνης και της διανόησης. Κι όσο σκληρή ή απαξιωτική ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν, επρόκειτο για συγκρούσεις απόψεων, όχι προκαταλήψεων, όπως φαίνεται να είναι στην περίπτωση του Πετσόπουλου και του Καλύβα. Και κυρίως, χωρίς τους σοσιαλμιντιακούς «στρατούς» εκατέρωθεν που πιστεύουν ότι μόνο απαξιώνοντας τον έναν, υποστηρίζουν τον άλλον. Ψυχραιμία παιδιά.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail