Ο Νίκος Μουζέλης ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία διανοουμένων. Σε εκείνους που επιχείρησαν ταυτόχρονα τρία πράγματα: να παράγουν κοινωνική θεωρία διεθνούς εμβέλειας, να ερμηνεύσουν ιστορικά την ελληνική κοινωνία και συγχρόνως να παρέμβουν πολιτικά στο παρόν. Αυτές οι τρεις διαστάσεις – η κοινωνική θεωρία, η ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και η πολιτική παρέμβαση – συγκροτούν ένα ενιαίο διανοητικό σχέδιο με τρείς άξονες: α) την εξέλιξη της επιστήμης της κοινωνιολογίας σε μια εποχή συγκριτικών αναλύσεων ανάμεσα στις χώρες του κέντρου και στις χώρες της περιφέρειας, β) την κατανόηση των αντιφάσεων της ελληνικής νεωτερικότητας και γ) την αναζήτηση μορφών δημοκρατικού εκσυγχρονισμού ικανών να τις υπερβούν.
Νομίζω μάλιστα ότι η πρωτοτυπία του Μουζέλη δεν βρίσκεται μόνο στις απαντήσεις που έδωσε, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο μετέθεσε τα ίδια τα ερωτήματα. Εως τη γενιά του Μουζέλη, αλλά και από πολλούς συγκαιρινούς του, η Ελλάδα συχνά περιγράφεται μέσα από ένα σχήμα ελλείμματος: Γιατί η Ελλάδα δεν έγινε Δυτική Ευρώπη; Γιατί απέτυχε να εκσυγχρονιστεί πλήρως; Γιατί παρέμεινε «καθυστερημένη»; Ο Μουζέλης μετατόπισε ριζικά αυτή την προβληματική.
Το ερώτημα δεν είναι τι «λείπει» από την Ελλάδα, αλλά ποια μορφή νεωτερικότητας συγκροτήθηκε ιστορικά στην ελληνική περίπτωση. Η Ελλάδα επομένως δεν είναι μια αποτυχημένη μίμηση της Δύσης («ελλιπής νεωτερικότητα»), αλλά μια ιδιαίτερη μορφή περιφερειακής ένταξης στη νεωτερικότητα και στον καπιταλισμό. Η Ελλάδα έγινε στο έργο του Μουζέλη αντικείμενο συγκριτικής ιστορικής κοινωνιολογίας. Γι’ αυτό και συνέκρινε την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, όχι μόνο με τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και με τη Λατινική Αμερική, ή την είδε συγκριτικά στα πλαίσια της Νότιας Ευρώπης. Εκεί αναζήτησε κοινά χαρακτηριστικά: εξαρτημένη ανάπτυξη, πρόωρη συγκρότηση του κράτους, αδύναμη αστική ηγεμονία, πελατειακές μορφές πολιτικής ενσωμάτωσης, εύθραυστη κοινωνία πολιτών.
Ο Μουζέλης θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της περιφερειακής νεωτερικότητας στη μεταπολεμική Ευρώπη. Αλλά ίσως ακόμη πιο σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ανέλυσε κοινωνιολογικά φαινόμενα που συνήθως αντιμετωπίζονται ηθικολογικά. Σημαντικότερο παράδειγμα είναι το πελατειακό σύστημα. Ο πελατειασμός περιγράφεται συχνά ως διαφθορά, ως πολιτισμικό κατάλοιπο, ως απόδειξη «ανατολικής» καθυστέρησης.
Ο Μουζέλης το αντιμετώπισε διαφορετικά. Το είδε ως έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο πολιτικής ενσωμάτωσης κοινωνιών όπου το κράτος προηγήθηκε της αυτόνομης συγκρότησης της κοινωνίας πολιτών. Ανέλυσε την εξέλιξή του από παραδοσιακό οικογενειοκρατικό σε γραφειοκρατικό. Δεν το περιγράφει ως «εθνικό ελάττωμα», αλλά ως μορφή διαμεσολάβησης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία σε συνθήκες άνισης και εξαρτημένης ανάπτυξης. Δεν το δικαιώνει, αλλά το εξηγεί. Μετατρέπει μια ηθική καταγγελία σε κοινωνιολογική ανάλυση.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη συμβολή του στην απόρριψη των απλουστευτικών δυϊσμών της κλασικής θεωρίας του εκσυγχρονισμού, όπως η παράδοση εναντίον της νεωτερικότητας, η καθυστέρηση εναντίον της προόδου, ή η Ανατολή εναντίον της Δύσης. Γιατί ο Μουζέλης επιμένει ότι οι περιφερειακές κοινωνίες δεν περνούν γραμμικά από την παράδοση στη νεωτερικότητα. Συνδυάζουν ετερογενείς θεσμικές μορφές: γραφειοκρατία και προσωπικά δίκτυα, καπιταλιστικές σχέσεις και πατριαρχικές δομές, δημοκρατικούς θεσμούς και πελατειακές πρακτικές. Επομένως, η νεωτερικότητα δεν καταργεί αυτομάτως τις προηγούμενες μορφές, αλλά τις ανασυνθέτει σε νέους, συχνά ασταθείς συνδυασμούς.
Ο εκσυγχρονισμός, όπως τον σκεφτόταν ο Μουζέλης στη μακρά Μεταπολίτευση, δεν ήταν απλώς τεχνοκρατική προσαρμογή στην Ευρώπη ούτε νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση. Τον θεωρούσε ως μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν δομικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας: η αδυναμία της δημόσιας διοίκησης, οι πελατειακές μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης, η αδύναμη κοινωνία πολιτών, η πόλωση. Τον ενδιέφερε το κράτος πρόνοιας το οποίο το θεωρούσε ταυτοτικό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού τύπου νεωτερικότητας, σε αντιδιαστολή με τον αμερικανικό και τον κινεζικό τύπο κοινωνικής συγκρότησης.
Γι’ αυτό και η σχέση του με την Αριστερά είναι σύνθετη. Παρέμεινε πάντοτε στον χειραφετητικό ορίζοντα της Αριστεράς, ακόμη κι όταν πολλοί πρώιμοι εκσυγχρονιστές απομακρύνθηκαν. Αναζητούσε μια μορφή σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής που να συνδυάζει τον θεσμικό εκσυγχρονισμό με την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατική συμμετοχή. Γι’ αυτό εργάστηκε για την ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό ακριβώς τον οδήγησε και σε αλλεπάλληλες πολιτικές παρεμβάσεις. Χωρίς να επιδιώξει ποτέ οποιοδήποτε αξίωμα, μέσα από την προβολή των ιδεών του, με κρυστάλλινη ηθική και διανοητική εντιμότητα. Ακόμη κι αν δεν ακούγεται.
Σήμερα, ίσως μπορούμε να δούμε καθαρότερα και τα όρια αλλά και τη σημασία αυτού του σχεδίου. Ο ιστορικός ορίζοντας μέσα στον οποίο κινήθηκε ο Μουζέλης – ο εκσυγχρονισμός, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η σοσιαλδημοκρατία ως σύνθεση δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης – έχει πλέον εισέλθει σε κρίση. Ακριβώς όμως γι’ αυτό, χρειάζεται να ξαναδούμε πολλά από τα ερωτήματα που έθεσε. Να σκεφτούμε δηλαδή με τη μέθοδο του Μουζέλη. Ο ίδιος ανήκει ίσως στην τελευταία γενιά διανοουμένων που πίστευε ότι η κοινωνική θεωρία μπορεί όχι μόνο να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά και να συμβάλει στον δημοκρατικό του μετασχηματισμό. Και σε εκείνη τη γενιά των διανοουμένων που επιζήτησαν μια συνολική εξήγηση της πορείας της νεοελληνικής ιστορίας μέσα από την ανάλυση που συνδυάζει ιστορία, κοινωνιολογία και οικονομία. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν αναζήτησε μια έτοιμη απάντηση, ένα ερμηνευτικό κλειδί για τα πάντα, αλλά έναν τρόπο να θέτουμε διαφορετικά τα ερωτήματα για τη νεωτερικότητα, τη δημοκρατία και την ελληνική κοινωνία.
Ο Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών







