Εδώ και μήνες αναψηλαφούμε το τραύμα του 2015.
Βιβλία, ντοκιμαντέρ, αντικρουόμενες εκδοχές για το τι αληθινά συνέβη τότε, πώς φτάσαμε στα πρόθυρα της εθνικής καταστροφής ή – κατά άλλους – της λαϊκής επανάστασης. Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία – ναι, Ιστορία είναι ήδη το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος κι έχουν περάσει μόνο έντεκα χρόνια, κι ας κρέμονται ακόμα στις ντουλάπες μας τα ρούχα που φορούσαμε στις συγκεντρώσεις του «Οχι» ή του «Μένουμε Ευρώπη».
Το βρίσκω απολύτως ανθρώπινο κάποιοι από τους πρωταγωνιστές των πυρετικών εκείνων ημερών να λαχταρούν να ανασκευάσουν την αφήγηση. Να δικαιωθούν. Εφόσον μάλιστα παραμένουν πολιτικά φιλόδοξοι. Εφόσον η ηλικία τους τούς επιτρέπει – για να μην πω, τους επιβάλλει υπαρξιακά – να λαχταρούν μια μεγάλη επιστροφή.
Εχουμε προηγούμενα τέτοιων επιστροφών. Ο Γεώργιος Παπανδρέου φάνταζε, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, καμένο χαρτί. Εφτασε να συνεργαστεί με τη Δεξιά του στρατάρχη Παπάγου προκειμένου να μπει στη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μόναζε σχεδόν από το 1963 μέχρι το 1974 στο Παρίσι. Οταν ωστόσο ο Παπανδρέου αποθεωνόταν πλέον ως ο Γέρος της Δημοκρατίας, δεν βρήκε κανένα λόγο να εξηγήσει τον ρόλο του στα Δεκεμβριανά του 1944. Οταν, με τη Μεταπολίτευση, ο Καραμανλής είχε αποκτήσει φωτοστέφανο Εθνάρχη, ουδόλως ασχολήθηκε με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη για να αναγνωρίσει ή για να αποσείσει τις ευθύνες του. Το «δικαίωμα στη λήθη», που έντονα συζητείται στους ψηφιακούς καιρούς μας, το θεωρούσαν τότε κεκτημένο.
Να αναρωτιόμαστε ξανά και ξανά πώς φτάσαμε στη χρεοκοπία του 2010; Γιατί έληξε άδοξα η πρωθυπουργία του ΓΑΠ; Πού πάτησαν και θέριεψαν οι νεοναζί χρυσαυγίτες; Φρέναραν την κατρακύλα οι Σαμαροβενιζέλοι ή έστρωσαν χαλί στους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ; Θεραπεύει ο μηρυκασμός; Εάν ναι, ας τον κάνουμε αέναα. Ποτέ να μη σηκωθούμε ως έθνος από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Μα ας συζητήσουμε επιτέλους και για τη συμπεριφορά της κοινωνίας στις κρίσιμες καμπές.
Πόσο αφελείς – αναρωτιόμουν από τότε – στάθηκαν εκατομμύρια πολίτες που πίστεψαν ότι ερχόμενος ο ΣΥΡΙΖΑ στα πράγματα θα έσκιζε τα Μνημόνια, θα έφερνε τούμπα τους δανειστές μας και τις αγορές; Οσο ακριβώς και την εποχή των παχιών αγελάδων, που υπερχρέωναν τις πιστωτικές τους κάρτες, υπέγραφαν ελαφρά τη καρδία στεγαστικά, καταναλωτικά, διακοποδάνεια… Εβρισκαν και πουλούσαν οι πολιτικοί και οι διαφημιστές φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Και να ήταν η πρώτη φορά; Το 1897, οι πρόγονοί μας συνεγέρθησαν από απατηλές υποσχέσεις ότι θα παίρναμε δήθεν φαλάγγι τους Οθωμανούς και θα απελευθερώναμε τη Μακεδονία και την Πόλη. Κι ας το είχε πει σταράτα ο Χαρίλαος Τρικούπης πως ο Στρατός μας ήταν μια αγέλη. Αποτέλεσμα; Πάθαμε τρομερή πανωλεθρία και καταχρεωθήκαμε σε διεθνή οικονομική επιτροπή για ογδόντα ένα χρόνια. Το 1920, οι Ελληνες αποδοκίμασαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Εμπιστεύτηκαν με την ψήφο τους εκείνους που έταζαν ταχεία ειρήνη. Οι οποίοι συνέχισαν την προέλαση ως τον Σαγγάριο. Μέχρι τον θρίαμβο του Κεμάλ και την πυρπόληση της Σμύρνης. Να φτύνουμε τον κόρφο μας που η δική μας περιπέτεια δεν κατέληξε σε ανάλογη τραγωδία.
Διδάσκει η Ιστορία; Αμφιβάλλω. Ειδάλλως δεν θα κάλπαζε στη Γερμανία η Ακροδεξιά. Δεν θα προαλειφόταν για πρόεδρος της Γαλλίας ο λεπενικός Ζορντάν Μπαρντελά. Κάθε γενιά θα ήταν ωριμότερη, πιο νουνεχής και πιο πονηρεμένη από την προηγούμενή της.
Τι νόημα έχει να ξύνουμε την πληγή του 2015, ενώ από τις δημοσκοπήσεις προκύπτει πως οι δυνάμεις του λεγόμενου αντισυστημισμού παραμένουν αλώβητες; Εάν προκηρυσσόταν σήμερα ένα δημοψήφισμα σχετικά με το μέλλον της χώρας, οι «ανυπότακτοι», οι «ασυμβίβαστοι», τα παλικάρια της φακής θα έκαναν ξανά περίπατο. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι ποιος θα έσερνε αυτή τη φορά τον χορό του Ζαλόγγου στο Σύνταγμα.
Σε ανάλογα ερωτήματα δίνονται ανάλογες απαντήσεις, θα μου πείτε. Οσο οι θεσμοί θα εκπίπτουν στη δημόσια συνείδηση, όσο η καθημερινότητα θα μας μπουχτίζει, τόσο ο λαός θα λέει «μπουρλότο!». Κι έπειτα θα αναστοχάζεται. Και θα μοιράζει ευθύνες στους ηγέτες του.







