Αντιπαθείς οι γλωσσαμύντορες και μάταιοι. Αλλά, απ’ την άλλη, κυκλοφορούν επίμονα ενοχλητικές λέξεις και εκφράσεις που εκπέμπουν κακό γούστο έως βαναυσότητα και αδιαφορία για τη διαβάθμιση και την ακριβολογία – νιώθεις πως πρόκειται για περίεργα ελληνικά τα οποία πάνε να καθιερωθούν, ως κανονική, καθημερινή γλώσσα. Καταρχήν, τι θα πει «ελληνικό FBI»; Δεν μπορούμε να βρούμε έναν ελληνικό τίτλο για το συγκεκριμένο σώμα, και γιατί πρέπει να λέμε «greek mafiα»; Οι έλληνες μαφιόζοι φαίνονται χειρότεροι, αν τους πεις «έλληνες μαφιόζους», ή νοούμε κάτι διαφορετικό, επαρχιακά ντόπιο, με ονομασία προέλευσης;

Τι θα πει η ευχή «καλή συνέχεια», με την οποία, πια, μας έχουνε πρήξει – συνέχεια και συνέχεια ακατάπαυστα, πού θα βγούμε, άραγε; Εντάξει, είπε ο Παρμενίδης «Τώι ξυνεχές παν εστίν, εόν γάρ εόντι πελάζει», αλλά μην κάνουμε και κατάχρηση μιλώντας συνέχεια για τη συνέχεια – και τι να εννοούμε συνέχεια, λέγοντας συνέχεια τη λέξη «συνέχεια»; Τον χωροχρόνο, το μετά, το «καπάκι» (άλλη κακόγουστη έκφραση, «στο καπάκι»), ή ό,τι γενικώς έπεται; Το ατελεύτητο συνεχές, την πορεία, το φέρειν και φέρεσθαι, τη φορά; Ή, μάλλον τίποτα; Μόνο ο αιδοίος Ζευς το ξέρει (αιδοίος ίσον σεβαστός).

Και τι ζόρι τραβάς εσύ, θα μου πεις; Κανένα ζόρι. Ας πάει, να εκφράζεται ο καθείς όπως θέλει. Παιδιά είναι κι ας τραγουδούν, παιδιά είναι κι ας λένε. Αλλά και πάλι, χαίρεσαι μερικές φορές, όταν ακούς απρόσμενα, υπέροχα ελληνικά, οπότε και σου τη δίνει όταν νιώθεις πως κάτι αντιτουριστικό γίνεται εδώ, κακόγουστο και ενοχλητικό – για παράδειγμα λένε συχνά στην ΕΡΤ: «Η εκπομπή περιέχει απρεπή εκφορά λόγου». Μα, δεν είναι απρεπής η εκφορά, αλλά ο ίδιος ο λόγος. Αρα, εκφορά απρεπούς λόγου. Ποιος λόγιος καθιέρωσε την ανάποδη διατύπωση στη δημόσια τηλεόραση; Αλλά κι αυτό το νεόφερτο «δολοφονία χαρακτήρα»; Αλλο προσωπικότητα κι άλλο χαρακτήρας στα ελληνικά – και πώς νοείται και δολοφονείται ένας «χαρακτήρας»; Βέβαια, όλοι μπορεί να κάνουμε λάθη, όμως είναι ενοχλητική η επανάληψη και η αποδεκτή καθιέρωση του σφάλματος. Λέμε ας πούμε, ο τάδε «έχασε τη ζωή του».

Μα πώς μπορείς να χάσεις την ζωή σου και ταυτόχρονα να μην υπάρχεις; Για να χάσει κάποιος κάτι πρέπει να υπάρχει ο ίδιος καταρχήν κι όταν δεν υπάρχει πώς γίνεται να έχει απολέσει εαυτόν, χωρίς εαυτόν; Είναι ένα θέμα. Ή το βάναυσο «κάνω έρωτα», όπου το κάνω, στα ελληνικά, το πράττω, δεν περιέχει τη βαθύτερη, ηδονική αίσθηση αυτού που θέλει να εκφράσει εν προκειμένω, διότι το σεξ δεν είναι απλό πράττειν, όπως ας πούμε αλλάζω ρόδα στο αυτοκίνητο ή κόβω το μαρούλι. Είναι κάτι παραπάνω, πιο εσωτερικό, ιερότερο, ηδύ και τρυφερό, εν εξάρσει και πολλά άλλα που δεν λέγονται.

Οπως πάντα φάνταζε απαράδεκτη η έκφραση «δισκογραφική δουλειά». Διότι η μουσική είναι αχειροποίητη, είναι εκείθεν άυλη, δεν είναι μια εργασία, μια δουλειά, όπως του ηλεκτρολόγου ή του υδραυλικού· είναι Τέχνη, οπότε δεν μπορείς να λες την ηχογράφηση ενός δίσκου τραγουδιών «δισκογραφική δουλειά», διότι είναι μια υποβιβαστική έκφραση. Ισως ακόμα και η λέξη «τραγουδοποιός» να είναι οριακή αισθητικά, διότι το «ποιώ» μπορεί να δείχνει ευγενέστερο του «κάνω», ή του «δουλεύω», αλλά και πάλι δεν εκπέμπει εκείνο το αέρινο, μη υλικό στοιχείο της μουσικής που είναι καταρχήν έμπνευση, σύλληψη και εσωτερική διεργασία, ακατανόητη, στην περιοχή κάποιου άρρητου, φωτεινού, ή ερεβώδους αντιπέραν.

Αντι-αισθητική φαντάζει και η χρήση του «εισπράττω». Εγώ αυτό το εισπράττω έτσι, εσύ πώς το εισπράττεις; Πώς τον εισπράττεις, μωρό μου; Λες και πρόκειται για προκαταβολή – μια οικονομική έκφραση, στεγνή, απογυμνωμένη από κάθε αίσθημα και αίσθηση, ψυχρή κι υπολογιστική. Ποιος, άθελά του, την καθιέρωσε και πια ο καθείς εισπράττει το ένα και το άλλο στην ψύχρα και το λέει, πιστεύοντας πως κάνει και ωραίο σχήμα λόγου, ενώ είναι ανοίκειο κάπως να χρησιμοποιείς αυτό το ρήμα για μη οικονομική δοσοληψία· ιδίως για θέματα που περιέχουν συναίσθημα ή κάποια δοσολογία πάθους. Εγώ εισπράττω έτσι τον έρωτά σου, Μαρίκα (όλοι εισπράκτορες καταντήσαμε).

Και καλά η μετατροπή του ωραιότατου «αγαπούσα» σε «αγάπαγα», αραβικής τονικότητας. Τι θα πει, ρε, αγάπαγα; Πώς να μάθει αυτό το ρήμα ένας Γάλλος ή ένας Εγγλέζος – και πήδαγα, και περπάταγα, και Μεχμέτ Αγά, και ρώταγα, και κολύμπαγα και ενόχλαγα και ξέρναγα – δεν είναι προφανώς κακόηχο και καθόλου ελληνικής αίσθησης αυτή η κατάληξη σε -αγα, δεν είναι άγαν; Οχι, πες μου, εσύ, πώς το εισπράττεις;

Επίσης τα τελευταία χρόνια έχουν διαδοθεί και πέρασαν στην κοινή, πρόχειρη και χύδην χρήση οι λέξεις-επίθετα  «απόλυτος», «εμβληματικός» και «επικός». Ολα ξαφνικά γίνονται ή υπάρχουν σε υπερθετικό βαθμό, το ταξίδι αυτό είναι απόλυτο, το απόλυτο ποδήλατο, ο απόλυτος κεφτές, το απόλυτο γκαρμπολάχανο. Και βέβαια η «επική κότα», το επικό μπαουλοντίβανο, η επική εξάτμιση, το επικό αφτί. Τα πάντα είναι πλέον επικά. Τι Ομηρος, τι Ομηρος Ευστρατιάδης. Κι επιπλέον συμβαίνει να είναι και όλα «εμβληματικά» – να, άλλη μια λέξη που υποφέρει από την κατάχρηση: εμβληματικό κρεμμύδι, εμβληματική αιμορροΐδα, εμβληματική παπαρολογία.

Αντε, λοιπόν, και καλή συνέχεια.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail