Είτε οι ελέφαντες κάνουν έρωτα είτε πόλεμο, το υαλοπωλείο την πληρώνει, θα μπορούσε να λέει κάποια παροιμία. Στο εύθραυστο υαλοπωλείο του κόσμου μας, είναι προτιμότερο οι ΗΠΑ και η Κίνα να μην επιδίδονται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, για να έχουμε ελπίδες σωτηρίας οι υπόλοιποι. Στη συνάντηση Τραμπ και Σι στο Πεκίνο υπήρχε μια διάχυτη ατμόσφαιρα «φλερταρίσματος», που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και διασκεδαστική, εάν σκεφτεί κανείς ότι όντως μιλάμε για ελέφαντες, τις εν λόγω χώρες αλλά και τα Εγώ των συγκεκριμένων ατόμων.
Είναι σαφές ότι υπάρχει μεν ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αλλά και ενσυνείδητη αλληλεξάρτηση. Ηταν ιδιαίτερα θεαματική η μεταμόρφωση του προέδρου Τραμπ «από σκύλο σε αρνάκι». Σίγουρα συνέβαλαν σε αυτό η ανάγκη να (ξανα)πωληθούν τα γεωργικά προϊόντα των ΗΠΑ στην τεράστια αγορά της Κίνας, μαζί με αεροπλάνα και πετρέλαιο / φυσικό αέριο, να υπάρχει αδιάκοπη ροή σπανίων γαιών από την Κίνα προς τις ΗΠΑ, αλλά και των τελευταίας τεχνολογίας τσιπ προς την Κίνα για την περαιτέρω ανάπτυξη συστημάτων ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης, να συνεχίσει η Κίνα να αγοράζει τα χρεόγραφα των ΗΠΑ, και να γίνονται αμοιβαίες επενδύσεις αυξάνοντας τις θέσεις εργασίας και το ΑΕΠ και των δύο χωρών.
Η σημαντικότερη κόκκινη γραμμή από πλευράς Κίνας, όπως σαφέστατα διατυπώθηκε από τον πρόεδρο Σι, είναι η μη παραβίαση από τις ΗΠΑ της αρχής της «μιας Κίνας», που συνδέεται άμεσα με μείωση της εξοπλιστικής βοήθειας των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν. Το αντίθετο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την «παγίδα του Θουκυδίδη», άφησε να εννοηθεί ο κινέζος πρόεδρος, κατά τη γνωστή αναφορά στον Πελοποννησιακό Πόλεμο μεταξύ της καθεστηκυίας δύναμης που ήταν τότε η Σπάρτη και της ανερχόμενης Αθήνας.
Εκτός του παραπάνω, οι γενικά θετικές δηλώσεις και η «γλώσσα του σώματος» και των δύο πλευρών δείχνουν ότι έχουμε αποφύγει, προς το παρόν τουλάχιστον, τον πόλεμο των ελεφάντων. Υπάρχει βέβαια πάντα πιθανότητα προβοκατόρικων κινήσεων από «γεράκια» της μιας ή της άλλης χώρας, που θα ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς και να επικρατήσουν άπαξ και δι΄σ παντός επί της άλλης πλευράς, οπότε ας μην επαναπαυόμαστε.
Η έμπρακτη αναγνώριση του κοινού συμφέροντος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, ακόμη κι αν δεν είναι έρωτας, εμπεριέχει όμως κινδύνους για τρίτους δρώντες και για θέματα παγκοσμίου ενδιαφέροντος. Αρχίζοντας από τα τελευταία, δεν ακούμε πια για κοινές πρωτοβουλίες ΗΠΑ – Κίνας κατά της κλιματικής αλλαγής, όπως είχαμε στο παρελθόν από τους [ροέδρους Ομπάμα και Σι, που έκαναν δυνατή τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή το 2015. Ούτε ακούμε για θέματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που παλιότερα τουλάχιστον οι δυτικοί ηγέτες, με τα γνωστά τους διπλά μέτρα και σταθμά, περιελάμβαναν σε ομιλίες τους στην Κίνα. Η διαφαινόμενη στενή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών φαίνεται να αφαιρεί από την παγκόσμια εξίσωση την ύπαρξη ενός «αντιπάλου δέους», με τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που κάτι τέτοιο έχει όσον αφορά νέες περιπέτειες και μονομερείς ενέργειες από τη μια ή την άλλη υπερδύναμη.
Σε σχέση με τρίτους δρώντες, η Ευρώπη σίγουρα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση από τη διαφαινόμενη επαναπροσέγγιση ΗΠΑ και Κίνας, καθώς δεν καταφέρνει να μπει ως τρίτος, ισότιμος πόλος σε αυτή τη σχέση. Το γεγονός ότι ο ευρωπαϊκός ελέφαντας διαλύεται κάθε τόσο στα εξ ων συνετέθη, με τα διάφορα κράτη μέλη να προσπαθούν να προωθήσουν τα επιμέρους συμφέροντά τους απευθείας με Κίνα και ΗΠΑ, σίγουρα δεν δυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ του συνόλου. Αλίμονο βέβαια σε Κούβα, Βενεζουέλα, Ιράν και άλλες χώρες που θα ήθελαν να δουν το Πεκίνο να τις υπερασπίζεται απέναντι στις επιθέσεις των ΗΠΑ. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω, και γι’αυτό η ιρανική ηγεσία φαίνεται να κάνει τις δικές της στρατηγικές κινήσεις κρατώντας πολλαπλές ισορροπίες.
Οσο για τη Ρωσία και την Ινδία, με τους τρέχοντες αυταρχικούς κυβερνώντες τους και τους ολιγάρχες που τους στηρίζουν, θα μπορούσαν άνετα να ενταχθούν, μαζί και κάτω από τους Τραμπ και Σι, σε μια «τετρανδρία» που διευθύνει τον κόσμο. Αυτό δείχνει για άλλη μια φορά τη σημασία να συντονιστούν μεταξύ τους πιο δημοκρατικές, αν και συχνά πιο χαοτικές «μεσαίες» χώρες, όπως η Βραζιλία, η Νότια Αφρική, ο Καναδάς, η Ινδονησία, ώστε να αποτελέσουν συλλογικά έναν εξισορροπητικό παράγοντα προς τις υπερδυνάμεις. Μια πραγματικά ενωμένη και ανοιχτή στον κόσμο Ευρώπη θα μπορούσε επίσης να παίξει καταλυτικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο δρ Γιώργος Κωστάκος είναι εκτελεστικός διευθυντής του FOGGS (Foundation for Global Governance and Sustainability) και πρώην στέλεχος του ΟΗΕ







