Η Μεγάλη Βρετανία έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι ένας ρυθμός αλλαγών που δεν έχει προηγούμενο σε όλη τη μακρά κοινοβουλευτική ιστορία αυτής της χώρας. Ο Κάμερον παραιτήθηκε το 2016, επειδή έχασε το δημοψήφισμα για το Brexit, που ο ίδιος είχε αυτοκτονικά προκηρύξει. Η διάδοχός του, η κομψή Τερίζα Μέι, παραιτήθηκε μέσα σε τρία χρόνια, όταν αποδείχθηκε αδύναμη να πετύχει το ακατόρθωτο: να φέρει μια συμφωνία εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ενωση που να είναι πιστή στην ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, χωρίς να είναι εντελώς ανεφάρμοστη ή απολύτως καταστροφική για τη χώρα. Τη διαδέχθηκε η επιτομή του κυνισμού, ο Μπόρις Τζόνσον. Παραιτήθηκε ντροπιασμένος σε δυόμισι χρόνια. Η επόμενη, η Λιζ Τρας, έμεινε μόνο 49 μέρες. Και ο μεθεπόμενος, ο Ρίσι Σούνακ, άντεξε 20 μήνες.
Η εύκολη διάγνωση τότε ήταν πως το πρόβλημα το είχε το Συντηρητικό Κόμμα, που έτρωγε τους πρωθυπουργούς του, τον έναν μετά τον άλλον. Το κόμμα είχε πιαστεί στη δίνη μιας χρόνιας κρίσης, σ’ ένα σπιράλ βαθιάς παρακμής, η οποία καθρεφτιζόταν και στην ποιότητα του πολιτικού του προσωπικού. Επέστρεψαν, λοιπόν, οι Εργατικοί, ύστερα από 14 χρόνια στην αντιπολίτευση, κερδίζοντας το 64% των εδρών στο κοινοβούλιο.
Το αποτέλεσμα έγινε δεκτό με αναστεναγμούς ανακούφισης ως δείγμα αντοχής του πολιτικού mainstream, ικανότητας του συστήματος να εξασφαλίζει εναλλαγή και να περιθωριοποιεί τους λαϊκιστές δημαγωγούς που το πολιορκούν. Αλλά να που ο χορός των δαιμόνων αρχίζει ξανά. Πριν κλείσει δύο χρόνια στην πρωθυπουργία, ο Κιρ Στάρμερ αντιμετωπίζει μια εσωκομματική αμφισβήτηση ανάλογη με εκείνες που έριξαν τους Συντηρητικούς προκατόχους του. Ο μηχανισμός της ανατροπής έχει και πάλι αρχίσει να κινείται. Και αυτή τη φορά, με τους Συντηρητικούς πάντοτε σε κώμα, πίσω από το εσωκομματικό δράμα σχηματίζεται η εικόνα ενός δημαγωγού – κλόουν, σαν τον Νάιτζελ Φάρατζ, να χτυπά την πόρτα της παραδοσιακής κατοικίας στον αριθμό 10 της Ντάουνινγκ Στριτ. Δεν είναι μόνον ότι προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Επιβεβαίωσε το προβάδισμά του και στις πρόσφατες τοπικές εκλογές.
Οι Εργατικοί αναζητούν τώρα τον διάδοχο – σωτήρα που θα τους λυτρώσει. Αλλά τη συνταγή τη δοκίμασαν ήδη τέσσερις φορές οι Συντηρητικοί, χωρίς να βρουν σωτηρία. Κανείς, στ’ αλήθεια, δεν πιστεύει ότι η ίδια συνταγή μπορεί να πετύχει στην πέμπτη απόπειρα εφαρμογής της. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι, προφανώς, τα πρόσωπα (ή μόνον αυτά) και τα κόμματα. Το πρόβλημα είναι το Brexit. Δεν είναι σύμπτωση το ότι από το 2016 κι ύστερα η Βρετανία βρίσκεται σε μια διαρκή πολιτική κρίση που «καίει» πρωθυπουργούς με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το Brexit είναι που έχει καταστήσει τη χώρα «μη κυβερνήσιμη». Με την έννοια ότι έχει κάνει πολύ δυσκολότερη τη νομιμοποίηση μιας πολιτικής εξουσίας σε συνθήκες όπου η θεμελιώδης προϋπόθεση της νομιμοποίησης αυτής – μια στοιχειωδώς πειστική υπόσχεση ευημερίας, ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής – είναι αδύνατο να σχηματιστεί.
Δεν είναι μόνον οι άμεσες συνέπειες της εξόδου από την Ενωση. Οτι στα δέκα αυτά χρόνια η αύξηση των πραγματικών μισθών παρέμεινε, παρά τις υποσχέσεις, μηδενική. Ή ότι, όπως λέει το «Economist», το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετά την αποχώρηση από την ενιαία αγορά των 18 τρισ. ευρώ μειώθηκε κατά 4%-8% και το κόστος δανεισμού για τη χώρα είναι πια κατά πολύ υψηλότερο ακόμη και από της Ελλάδας (περίπου 5% για το βρετανικό δεκαετές, 3,7% για το ελληνικό!). Είναι, προπάντων, πως οι μεγάλες αγωνίες που στοιχειώνουν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και δίνουν στους δημαγωγούς της εθνικιστικής, ξενοφοβικής Δεξιάς το έδαφος για να καλλιεργούν το παραμύθι τους δεν μπορούν να βρουν σοβαρή, πειστική απάντηση στα όρια μιας μόνον χώρας – έστω και μιας χώρας με το μέγεθος, την ιστορία και το βάρος της Βρετανίας.
Δεν είναι μόνον το Brexit, λοιπόν. Αν ήταν αυτό μόνον, η κρίση θα ήταν μία ακόμη βρετανική παραξενιά και ιδιοτροπία. Αλλά οι ομοϊδεάτες του βρετανικού Reform βρίσκονται στην κορυφή των δημοσκοπήσεων και στις άλλες δύο ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, τη Γερμανία και τη Γαλλία, και ανεβαίνουν απειλητικά ακόμη και σε χώρες που είχαν, ως πρόσφατα, ανοσία, όπως η Ισπανία ή η Πορτογαλία. Κάθε περίπτωση, βέβαια, είναι διαφορετική. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο. Μα δεν μπορεί παρά να υπάρχει κάτι κοινό σε όλες. Κάτι που αφορά σχεδόν όλες τις «οικογένειες» ανεξαιρέτως – αν και κάποιες περισσότερο από άλλες.
Τα δεδομένα έχουν εκτεθεί πολλές φορές και πολύ πειστικά. Οι ανισότητες παροξύνονται, στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού αναλογούν έως και το 22% του παγκόσμιου εισοδήματος και το 45% του παγκόσμιου πλούτου, τα υψηλά επίπεδα ανισότητας μειώνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, την ώρα που η τάση μειωμένου ανταγωνισμού και υψηλής συγκέντρωσης, ιδίως στο ψηφιακό σύμπαν, όπου κυριαρχούν τα μεγάλα αρπακτικά, ενισχύεται και η ανεξαρτησία της πολιτικής και των μίντια συρρικνώνεται. Ολα αυτά μεταφράζονται σε ένα αίσθημα αποξένωσης. Οι πολίτες εμπιστεύονται όλο και λιγότερο μια δημοκρατία που αισθάνονται ότι δεν τους περιλαμβάνει κι ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο αισθάνονται ότι η φωνή τους δεν ακούγεται και οι ίδιοι δεν εκπροσωπούνται. Κι έτσι, η μία μετά την άλλη, οι ευρωπαϊκές χώρες τείνουν να καταστούν «μη κυβερνήσιμες» – η Βρετανία μετά το Brexit είναι απλώς η πιο ακραία έκφραση της τάσης.
Υπάρχουν πολλά που μια πολιτική δύναμη μπορεί να προτείνει και μια χώρα να δοκιμάσει προκειμένου να ανακόψει σε εθνικό επίπεδο την τάση αυτή. Αλλά αυταπάτες δεν επιτρέπονται. Σε έναν κόσμο οι τεκτονικές πλάκες του οποίου μετακινούνται, οι βαθύτερες αιτίες του προβλήματος είναι αντιμετωπίσιμες – αν είναι – μονάχα σε δύο άλλα επίπεδα. Είτε στο τοπικό επίπεδο μιας πόλης, το μέγεθος της οποίας επιτρέπει να δοκιμαστούν εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης, είτε στο επίπεδο της Ευρώπης, αυτής της Ευρώπης που είναι σήμερα, για πρώτη φορά, όπως είπε ο Ντράγκι, εντελώς μόνη, όπου μπορούν να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού.







