Αναρωτιέμαι αν αυτή η ιστορία με τον χανταϊό έσκαγε πριν από την πανδημία του κορωνοϊού, θα είχαμε την ίδια ανησυχία; Οχι φυσικά. «Αντε καλέ», θα λέγαμε, «αυτά αφορούν άλλους λαούς που δεν τηρούν τους κανόνες υγιεινής ή ομάδες που ζουν κάτω από ειδικές συνθήκες. Εμείς είμαστε πολιτισμένοι». Εδώ δεν είχαμε τρομάξει με τον Εμπολα ή τη νόσο των τρελών αγελάδων ή το κοξάκι.

Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα καλλιεργήσαμε την ιδέα που ενδυνάμωνε την αυτοπεποίθησή μας. Οτι, δηλαδή, όσο εξελίσσεται η επιστήμη κι ανεβαίνει το βιοτικό μας επίπεδο τόσο και κάποιες αρρώστιες απομακρύνονται ή εξαφανίζονται. Ποιος θυμάται, για παράδειγμα, τα τραχώματα, μόλυνση των ματιών που προκαλούσε η βρώμα και η έλλειψη αποχωρητηρίων (εγώ πάντως θυμάμαι εκείνη τη σκηνή από τη «Στεφανία στο αναμορφωτήριο» με την ατάκα «Εφεραν τις τραχωματικές»).

Και μετά ήρθε ο Κόβιντ – κατά τη γνώμη μου, το πιο μεγάλο ταρακούνημα της ανθρωπότητας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τόσο μεγάλο που μετακινήθηκε ο άξονάς μας. Μια υπαρξιακή θα έλεγα μετατόπιση σε μια εποχή που πιστεύαμε ότι ο άνθρωπος – με τη βοήθεια πλέον της επιστήμης – ήταν παντοδύναμος. Εντάξει, με τα καπρίτσια της φύσης είχε ακόμη κάποια θεματάκια, αλλά όλα τα άλλα ήταν χνούδι στο πέτο μας. Οι αποστάσεις είχαν εκμηδενιστεί, η επικοινωνία είχε «απογειωθεί», το Διαδίκτυο ήταν ένα ανοιχτό παράθυρο στα πάντα, οι περισσότερες ασθένειες ήταν ελεγχόμενες· μέχρι και η μεταμόσχευση προσώπου ήταν πλέον εφικτή, κάθε τόσο ακούγαμε ότι είμαστε η τελευταία γενιά που δεν θα καβατζάρει τα 150 χρόνια.

Σε αυτήν τη σχεδόν απόλυτη νιρβάνα ήρθε και μας βρήκε η κατάρρευση των βεβαιοτήτων μας. Ο,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο· ας φαντασθούμε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Χρειάσθηκε να βιώσουμε μία συνθήκη, εντελώς άγνωστη, και χωρίς εγχειρίδιο διαχείρισης. Απομόνωση στην εποχή της πλήρους εξωστρέφειας. Αποκοπή από όλες τις καθημερινές συνήθειες, από τις στοιχειώδεις απολαύσεις, από οτιδήποτε παραπέμπει σε κοινωνική ζωή. Ακόμη και οι χειραψίες είχαν απαγορευθεί – θυμάστε εκείνα τα σκουντήματα με τους αγκώνες; Οι παντοδύναμοι άνθρωποι είχαμε γίνει «όντα μικρά, ζωγραφιστά, μες στον καθρέφτη κλειδωμένα», όπως λέει κι ο Σαββόπουλος.

Και ύστερα ήρθαν τα εμβόλια και βγάλαμε σιγά – σιγά τις μάσκες και επανήλθαμε στην κανονικότητα. Επανήλθαμε; Νομίζω ποτέ εντελώς. Ή τουλάχιστον, όχι όλοι. Μιλώντας, για παράδειγμα, για την έξαρση της εφηβικής εγκληματικότητας και επιθετικότητας τον τελευταίο καιρό, ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα παιδιά έζησαν δύο σχεδόν κρίσιμα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας στην απομόνωση, τρώγοντας στη μούρη τους καβγάδες των γονιών τους που ήταν πιο συχνοί λόγω περιορισμού. Τα μέλη οικογενειών που ζούσαν σε μικρότερα σπίτια, αναγκάσθηκαν να «δώσουν μάχες», προκειμένου να εξασφαλίσουν τον ζωτικό τους χώρο. Και μην ξεχνάμε, οι μεγαλύτεροι πόλεμοι έχουν αρχίσει γι’ αυτόν τον ζωτικό χώρο.

Περισσότερο, όμως, μας άφησε το «παράσημο» της συνειδητοποίησης της αδυναμίας μας· και του φόβου. Προχθές μία φίλη φόρεσε και πάλι μάσκα. «Γιατί;» τη ρώτησα. «Για τον χανταϊό» μου απάντησε. «Μα οι γιατροί λένε…» ξεκίνησα να πω, αλλά δεν πρόλαβα. «Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου», ήταν η απάντησή της.

Ανθρωποι και ποντίκια

Και τώρα, καλώς τα μαντάτα με τον χανταϊό. Η όλη ιστορία μοιάζει με κινηματογραφική ταινία. Τα κρούσματα καταγράφηκαν σε ένα κρουαζιερόπλοιο εξερεύνησης που σημαίνει με επιβάτες δραστήριους και περιπετειώδεις. Και το όνομα αυτού «Χόντιους». Μα τέτοια σύμπτωση;

Ο χανταϊός τώρα, πήρε το όνομά του από τον ποταμό Χαντάν στη Νότια Κορέα όπου εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα κατά της διάρκεια του πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Τελικά, απομονώθηκε το 1976. Οι λοιμωξιολόγοι επιβεβαιώνουν ότι μεταδίδεται από τα ποντίκια και δεν έχει τόσο μεγάλη μεταδοτικότητα όσο ο Κόβιντ, ούτε είναι τόσο θανατηφόρος. Ο φόβος, όμως, φυλάει τα έρημα.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail