Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι άτεγκτος με τους πολιτικούς αντιπάλους του και ιδίως με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Τόσο άτεγκτος που δεν δίστασε να ταυτιστεί με τη Μαρία Καρυστιανού, τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τον Κυριάκο Βελόπουλο, στο θέμα των Τεμπών, υιοθετώντας όλη τη συνωμοσιολογία και αθωώνοντας ουσιαστικά εκ των προτέρων τα φυσικά πρόσωπα που δικάζονται για το τρομερό δυστύχημα. Για όλα έφταιγε ο Μητσοτάκης.
Τον Μητσοτάκη, άλλωστε, θεωρεί υπεύθυνο για τη (νόμιμη) παρακολούθησή του από την ΕΥΠ. Επειδή ακριβώς ήταν νόμιμη, επιδίωξε να κολλήσει μαζί της και μια παράνομη πιθανή απόπειρα παρακολούθησής του – και να την αποδώσει στην κυβέρνηση. Εξαιτίας της εμφανίζεται συνεχώς οργισμένος, έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να αποκαλέσει τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση «συμμορία υπό τον πρωθυπουργό» και να χρησιμοποιεί συνεχώς ανοίκειες, για την πολιτική αντιπαλότητα στις δημοκρατίες, εκφράσεις.
Στον Μητσοτάκη, άλλωστε, αποδίδει συγκεντρωτισμό, προσάπτοντάς του μια ιδιότυπη δεσποτεία εν δημοκρατία, ερμηνεύοντας με αυτόν τον τρόπο το λεγόμενο επιτελικό κράτος – τη λειτουργία, δηλαδή, της κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια εποπτείας του κυβερνητικού έργου σε ένα πολυπρόσωπο κυβερνητικό σχήμα. Ξέρει βέβαια, ή θα ‘πρεπε να ξέρει, ότι λόγω της πυραμιδικής δομής του επιτελικού κράτους, ο Μητσοτάκης πρέπει να ελέγχει τα πάντα – ή, εν πάση περιπτώσει, οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τα πάντα, ακόμα και για όσα του διαφεύγουν (αν του διαφεύγουν). Ο αρχηγός της συμμορίας, κατά τη γλώσσα του Ανδρουλάκη, είναι καταρχήν υπόλογος για ό,τι καταλογίζεται στην κυβέρνησή του – αλλά αναλαμβάνει αυτή την ευθύνη, επειδή αυτή είναι η δουλειά της διακυβέρνησης. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οφείλει να περιστοιχίζεται από σοβαρούς συνεργάτες – που ίσως να μη διατίθενται στο βαθύ κόμμα, το οποίο βεβαίως διαμαρτύρεται όταν υποτιμάται. Αλλά το θέμα μας δεν είναι σήμερα ο Μητσοτάκης.
Το θέμα μας είναι ο Νίκος Ανδρουλάκης. Εγινε θέμα οικειοθελώς, ως πρωταγωνιστής στη χθεσινή κωμωδία με το πόθεν έσχες του. Σ’ αυτό ξέχασε να δηλώσει τις καταθέσεις του στο εξωτερικό, ένα όχι και πολύ ταπεινό ποσό – ιδίως σε σχέση με τα ποσά που είχε δηλώσει σε ελληνικές τράπεζες. Μετά τη δημοσίευση των στοιχείων, κάποιοι παρατήρησαν ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, φέτος, εμφανιζόταν κατά ένα μεγάλο ποσόν φτωχότερος από πέρυσι. Κάποια δημοσιεύματα το επισήμαναν. Οπότε ο αρχηγός της αξιωματικής ξανακοίταξε, ως φαίνεται, τη δήλωσή του και πρέπει να τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Δεν είχαν δηλωθεί οι καταθέσεις του στο εξωτερικό. Οπότε αναγκάστηκε να κάνει δημόσια διόρθωση και, για να δικαιολογήσει την παράλειψη, έριξε την ευθύνη στον λογιστή του.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, όμως, δεν είναι μόνος του. Είναι ο επιτελάρχης του εαυτού του. Αλίμονο αν δεν μπορεί να διαβάσει μια απλή δήλωση πόθεν έσχες και την αφήνει, τυφλά, στον λογιστή του – που ως φαίνεται δεν είναι σχολαστικός, όσο οι συνήθεις λογιστές. Αν εκείνος ξέχασε περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ, είναι αδιανόητο να μην το παρατηρήσει ο δηλών, εκείνος που υπογράφει το πόθεν έσχες – δεν είναι πενταροδεκάρες το ένα εκατομμύριο. Κι αν ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν μπορεί να ελέγξει μια απλή δήλωση και τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, πώς απαιτεί οι πολίτες να του εμπιστευτούν τη διακυβέρνηση και τις τύχες της ελληνικής οικονομίας;
Τι ηγέτης είναι αυτός που προσπερνά έτσι εύκολα μια τόσο σοβαρή παράλειψη; Και ποιος θα εμπιστευόταν έναν ηγέτη που ξεχνά για πλάκα ένα εκατομμύριο;
Καλά λοιπόν, ο Μητσοτάκης. Μήπως όμως, κάποια στιγμή ο Νίκος Ανδρουλάκης χρειάζεται να θυμώσει και με τον εαυτό του;
Διορισμό όπου κι όπως να ’ναι
Ωραίος ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Βασίλης Κόκκαλης. Ο οποίος διαμαρτυρήθηκε, χθες, στη Βουλή, επειδή λέει κάποιοι που πέτυχαν σε διαγωνισμό του ΟΣΕ, σε θέσεις σταθμαρχών και κλειδούχων, τελικά δεν προσελήφθησαν. Απαντώντας του, ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών είπε ότι με τον πρόσφατο νόμο 5220/2025 που είχε εισηγηθεί ο ίδιος, όλοι οι υποψήφιοι έχουν την υποχρέωση να περάσουν και ειδικά ψυχομετρικά τεστ, απαραίτητα, προκειμένου «να προσλαμβάνονται άνθρωποι που έχουν τα κατάλληλα προσόντα να αντεπεξέλθουν σε μια κρίσιμη κατάσταση στην κυκλοφορία των τρένων». Οτι αυτό επιβάλλεται διπλά μετά το δυστύχημα των Τεμπών. Κατηγόρησε μάλιστα τον διαμαρτυρόμενο βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτό που ζητάει είναι ρουσφέτι.
Δεν ξέρω αν κατάλαβε ο Βασίλης Κόκκαλης ότι όντως ζητούσε ρουσφέτι. Κατανοώ, όμως, γιατί σύμπασα η Αριστερά κι η Ακροδεξιά (δεν ξέρω σε ποιο χώρο να κατατάξω τον συγκεκριμένο βουλευτή, δεδομένου ότι είναι μετεγγραφή από τους ΑΝΕΛ) αρνείται εμφατικά να βάλει στο κάδρο των ενόχων τους κατηγορούμενους, ως φυσικούς αυτουργούς· τον σταθμάρχη που ρύθμιζε την κίνηση κι εκείνους που τον άφησαν μόνο του. Η Αριστερά (και η Ακροδεξιά) δεν αναγνωρίζει την ατομική ευθύνη πολιτών, αναγνωρίζει μόνο συλλογικές ευθύνες του κράτους. Οι πολίτες, οι καημένοι, περιμένουν να τους πάρει ο βουλευτής τους από το χεράκι και να τους περάσει απέναντι.







