Αν κάτι εξυψώνει την καλλιτεχνική του οντότητα πέρα από τα στερεότυπα του βιρτουόζου, είναι η συστηματική του εμβάθυνση σε αχαρτογράφητες μουσικές περιοχές και η πίστη του στην ανανεωτική δύναμη της τέχνης. Ο γεννημένος στη λετονική πρωτεύουσα Ρίγα το 1947 βιολονίστας Γκίντον Κρέμερ επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής συμπράττοντας με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τη λιθουανή βιολοντσελίστρια Γκιέντρε Ντιβουναουσκάιτε για να παρουσιάσουν το «Διπλό Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα» του Φίλιπ Γκλας, ένα έργο που έχει συνδεθεί με το ερμηνευτικό του ιδίωμα. Η αυλαία της συναυλίας, την οποία διευθύνει ο αναγνωρισμένος διεθνώς Ντάνιελ Ράισκιν, ανοίγει με το έργο της Κωνσταντίας Γουρζή «Variation 21 για ορχήστρα» και κλείνει με τη «Συμφωνία αρ. 7 σε ρε ελάσσονα, έργο 70» του Αντονιν Ντβόρζακ. Μια μουσική διαδρομή που εκκινεί από το βαθύ συναίσθημα του ώριμου ρομαντισμού για να συναντήσει την ηχητική πρωτοπορία του σήμερα, ερμηνευμένη από κορυφαίες προσωπικότητες της διεθνούς σκηνής.
Ο Κρέμερ δεν υπήρξε ποτέ ένας τυπικός σολίστας. Κατάφερε να εμβαθύνει στις ρίζες της μουσικής έκφρασης, να αποτινάξει τη σκόνη του ακαδημαϊσμού, χαράσσοντας μια πορεία που ορίζεται από την ελευθερία και την τόλμη, μετέτρεψε το βιολί από όργανο επίδειξης σε εργαλείο πνευματικής αναζήτησης, συνδέοντας την παράδοση με το μέλλον της μουσικής. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στα «Πρόσωπα» επιχειρήθηκε μια περιήγηση στις σκέψεις ενός ανθρώπου που συνεχίζει να αναζητεί το νόημα πίσω από τις νότες. Αυτή η αγωνία του αποτυπώνεται ακόμη και στις πιο εύκολες απαντήσεις που καλείται να δώσει. Οπως π.χ. στην ερώτηση του πώς αισθάνεται για την επερχόμενη σύμπραξη υπό τη διεύθυνση του Ντάνιελ Ράισκιν. «Ανυπομονώ πολύ να γνωρίσω και να συνεργαστώ με έναν ακόμη μαέστρο (έχω συνεργαστεί με 400-500 μέχρι τώρα), του οποίου η φήμη είναι τόσο θετική».
Ο λετονός βιρτουόζος υπήρξε καθοριστικός στο να φέρει τη μουσική του Φίλιπ Γκλας στις μεγάλες αίθουσες κλασικής μουσικής – από την ιστορική ηχογράφηση το 1993 έως και το «Δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί» που γράφτηκε για εκείνον. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να τον ελκύει στον μινιμαλισμό του και πώς προσεγγίζει το «Διπλό Κοντσέρτο» που θα ακούσουμε στην Αθήνα; «Νομίζω ότι μέχρι τώρα έχω ηχογραφήσει δύο κοντσέρτα για βιολί του Γκλας – το πρώτο με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και το “American Four Seasons” με τη “δική μου” Kremerata Baltica, με την οποία η συνεργασία μας σύντομα θα φτάσει τα 30 χρόνια. Το θαύμα είναι ότι η ορχήστρα (με πολλά νέα μέλη) παραμένει νέα και διατηρεί το ίδιο πνεύμα και ποιότητα όπως στην αρχική της μορφή».
Ενα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της συναυλίας είναι η σύμπραξή του με τη βιολοντσελίστρια Γκιέντρε Ντιβουναουσκάιτε και παραδέχεται ότι έπειτα από δεκαετίες κοινής πορείας στην Kremerata Baltica η μουσική τους επικοινωνία έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου οι λέξεις στις πρόβες περιττεύουν: «Εχετε απόλυτο δίκιο. Το να παίζουμε μαζί σχεδόν 30 χρόνια μάς επιτρέπει να “νιώθουμε” ο ένας τον άλλον χωρίς επιπλέον λόγια. Η Γκιέντρε είναι εδώ και πολλά χρόνια κορυφαία τσελίστρια της Kremerata. Επιπλέον, πριν από μερικά χρόνια δημιουργήσαμε ένα τρίο πιάνου, το GGG [Gidon / Giedrė / Georgijs (Osokins)] και αυτή την περίοδο ολοκληρώνουμε μια περιοδεία στην Ιαπωνία. Ελπίζω να έρθουμε και στην Ελλάδα».
Παίζετε σε ένα βιολί Nicola Amati του 1641. Πώς ένα όργανο κατασκευασμένο πριν από 380 χρόνια καταφέρνει να αποδίδει με τόση ακρίβεια και επικαιρότητα τους σύγχρονους, «αστικούς» ήχους συνθετών όπως ο Γκλας ή ο Σνίτκε;
Πολλά παλιά βιολιά είναι έργα ύψιστης τέχνης και δεξιοτεχνίας. Είναι ικανά να «μιλούν» πολλές γλώσσες και εγώ είμαι τυχερός που εδώ και χρόνια παίζω σε αυτό το πολύτιμο όργανο – έναν από τους καλύτερους και πιο πιστούς «συνεργάτες» στη ζωή μου.
Το βιβλίο σας έχει τίτλο «Γράμματα σε έναν νέο πιανίστα». Είναι εντυπωσιακό ότι ένας από τους κορυφαίους βιολονίστες στον κόσμο επιλέγει να απευθυνθεί συμβολικά σε έναν πιανίστα. Γιατί κάνατε αυτή την επιλογή; Υπάρχει μια καθολική καλλιτεχνική ηθική που υπερβαίνει το συγκεκριμένο όργανο;
Νομίζω ότι ο τίτλος επιλέχθηκε ως αναφορά σε πολλούς μουσικούς – όχι μόνο σε πιανίστες. Μου επέτρεψε να μιλήσω σε μορφή δοκιμίου για τα προβλήματα του να είσαι μουσικός στις μέρες μας. Η ηρωίδα του βιβλίου ονομάζεται Αουρέλια και επέλεξα αυτό το όνομα επειδή μου άρεσε ως «σύμβολο».
Στα γραπτά σας μιλάτε συχνά για την ανάγκη του καλλιτέχνη να είναι «αυθεντικός» και όχι απλώς «εμπορικός». Σήμερα που η κλασική μουσική δέχεται όλο και περισσότερη πίεση από το μάρκετινγκ, ποια είναι η πιο σημαντική συμβουλή που θα δίνατε σε έναν νέο μουσικό που σας ακούει από το κοινό;
Μία από τις πιο σημαντικές ποιότητες που πρέπει να έχει (ή να ανακαλύψει) ένας νέος μουσικός είναι ότι το επάγγελμα του ερμηνευτή έχει νόημα μόνο όταν υπηρετείς τους συνθέτες και δεν εστιάζεις μόνο στον εαυτό σου επιδιώκοντας την επιτυχία. Η πραγματική μουσική βρίσκεται πίσω από τις νότες και πέρα από την επίδειξη δεξιοτεχνίας. Ετσι, ενώ στις σκηνές συναντάμε πολλούς τέλειους βιρτουόζους, μόνο λίγοι έχουν κάτι σημαντικό και βαθύ να πουν και να μοιραστούν. Ολοι πρέπει να είμαστε πιο ανοιχτόμυαλοι και τολμηροί. Είναι μια πρόκληση, αλλά εκείνη που ένας αληθινός ερμηνευτής πρέπει να χαίρεται να εξερευνά: τα άγνωστα και κρυμμένα νοήματα μιας σύνθεσης. Η ανακάλυψή τους μπορεί να είναι πολύ ανταποδοτική.

