Χιλιάδες λέξεις μπορούν να γραφούν για τη συναυλία των Metallica το βράδυ του περασμένου Σαββάτου στο ΟΑΚΑ – πρώτη στάση της M72 Tour 2026. Από τον «Ζορμπά» και το «Δεν χωράς πουθενά» (Τρύπες) τα οποία διασκεύασαν και ερμήνευσαν – όπως μπόρεσαν ο Κερκ Χάμετ (κιθάρα) και ο Ρόμπερτ Τρουχίγιο (μπάσο) – έως την εντυπωσιακή κυκλική 360 μοιρών σκηνή που δεν άφησε κανέναν θεατή παραπονεμένο. Ολα αυτά μπορούν να αποτυπωθούν στο: ήρθαν, έπαιξαν, ισοπέδωσαν.
Γιατί αυτό ακριβώς έκαναν οι Fantastic Four της heavy metal σκηνής. Ο Τζέιμς Χέτφιλντ στα φωνητικά και την κιθάρα, ο μέγας Λαρς Ούλρικ στα ντραμς, οι πραναφερθέντες Χάμετ και Τρουχίγιο, τα έδωσαν όλα, μάτωσαν τη φανέλα, κέρδισαν όσους πήγαν στη συναυλία, ακόμη και όσους ακολούθησαν το hype – φθάνει να γνώριζαν κάτι από metal ιστορία. Οι Metallica δεν ήταν μόνο ζεστοί στο έργο που είχαν να επιτελέσουν αλλά και στην επικοινωνία τους με το κοινό που σε κάθε ευκαιρία τους αποθέωνε.
Ευχαρίστησαν τους φίλους τους για την παρουσία τους, τη στήριξή τους όλα αυτά τα χρόνια, αναφέρθηκαν στην οικογένεια των Metallica που περιλαμβάνει τους φίλους τους, αναφέρθηκαν στον πολιτισμό της Ελλάδας (ο Χάμετ φαινόταν να το πιστεύει όταν έλεγε ότι η μουσική θεωρία ξεκίνησε από εδώ αναφέροντας τον Πυθαγόρα). Πολλά τραγούδια τους τα μεγάλωσαν χρονικά και στο τέλος της συναυλίας, γύρω στις 23.00, έμειναν αρκετή ώρα στη σκηνή μοιράζοντας πένες στους θεατές που βρίσκονταν από κάτω (αρκετοί τυχεροί είχαν ήδη κρατήσει τα ξεφούσκωτα πλέον μεγάλα μπαλόνια, που αποτέλεσαν μέρος του σόου όταν άρχισαν να πέφτουν από τα video towers με το που ακούστηκε το «Seek and destroy»).
Αλλά από τις θέσεις τους και τις κερκίδες δεν έλεγαν να φύγουν ούτε οι θεατές, παρ’ όλο που οι πιο υποψιασμένοι γνώριζαν ότι δύσκολα συναυλία των Metallica ξεχειλώνει πέραν των 11 το βράδυ. Η μία πλευρά χειροκροτούσε την άλλη αν και ο ανταγωνισμός ήταν… άνισος – 4 εναντίον… 80.000 Η αλήθεια ότι αυτή η σχέση κρατάει σταθερά και αυξανόμενη φυσικά, από την πρώτη τους εμφάνιση το 1993 στο γήπεδο του Πανιωνίου, στη Νέα Σμύρνη (αν θέλουν πάντως μπορούν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους με περισσότερο απτό τρόπο: να δίνουν κάθε χρόνο συναυλία στην Ελλάδα, ας πούμε με διάθεση χιούμορ).
AC/DC και Μορικόνε
Η βραδιά των heavy metal οδοστρωτήρων ξεκίνησε περίπου δεκαπέντε λεπτά πριν από τις 21.00 με τα μεγάφωνα να παίζουν τα «It’s a Long Way to the Top (If You Wanna Rock ‘n’ Roll)» (τραγούδι των AC/DC) και το «The Ecstasy of Gold» (σύνθεση του Ενιο Μορικόνε από το φιλμ «Ο καλός, ο κακός και άσχημος). Στη συνέχεια η συναυλία ξεκίνησε με το «Creeping Death» εν μέσω πλήρους πανζουρλισμού, το «For Whom the Bell Tolls» (ομότιτλο με το βιβλίο «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» του Ερνεστ Χέμινγουεϊ) με αντιπολεμικό πρόσημο, όπως το ίδιο πρόσημο έχει και το «One» που έπαιξαν, ενώ στο «Moth Into Flame» παραλίγο από την ένταση να… γκρεμιστεί το ΟΑΚΑ. Το «Nothing else matters», από την άλλη, λειτούργησε ακριβώς για τον σκοπό που υπηρετεί εδώ και πολλά χρόνια: να ενώνει τους πιο μυημένους (που πιθανότατα το σνομπάρουν) και τους περισσότερο επιρρεπείς στις μπαλάντες.
Οπου και να γυρνούσε το βλέμμα σου σε αυτά τα περίπου 120 λεπτά, έβλεπες πρόσωπα χαρούμενα και μάλιστα από διαφορετικές γενιές. Τα μάτια έλαμπαν. Το headbanging δεν σταματούσε, μικροί και μεγάλοι τραγουδούσαν. Πόσα περισσότερα χρειάζεται η κάθε συναυλία για να είναι επιτυχημένη; Ισως κομμάτια όπως το «Fuel» – σε αυτό οι Metallica έβγαζαν κυριολεκτικά και μεταφορικά φωτιές στη σκηνή –, το «Master of Puppets» (που οι μικρότεροι θα έχουν ακούσει πλέον και λόγω «Stranger things»), το εξαιρετικά εκτελεσμένο «Unforgiven» και φυσικά τον ύμνο «Enter Sandman», που πρέπει να το τραγούδησαν και όσοι δεν είχαν τραγουδήσει ποτέ στη ζωή τους σε συναυλία.
Οι Metallica για ακόμη μία φορά επί ελληνικού εδάφους δεν έδωσαν μόνο τον καλύτερό τους εαυτό αλλά έγραψαν ΣΥΝΑΥΛΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ναι, με κεφαλαία γράμματα). Μεστοί και κορυφαίοι εραστές της τέχνης που υπηρετούν. Κάποια στιγμή ο Τζέιμς Χέτφιλντ δήλωσε ευτυχισμένος που κάνει την καλύτερη δουλειά του κόσμου. Ευτυχισμένοι και εμείς που τους απολαμβάνουμε. Και κάποια άλλη στιγμή, προς το τέλος του «Unforgiven», ακούστηκε να λέει ότι πρέπει «να συγχωρείτε τους εαυτούς σας». Από έναν μουσικό που έχει πολεμήσει δικούς του δαίμονες – και άλλων – θα το δεχτούμε.






