Γράφοντας, για μίαν εφημερίδα ιδιαίτερα, παρατηρείς εντονότερα την ταχύτητα στο πέρασμα του χρόνου, αφού, ενώ γράφεις, θυμάσαι περιστατικά που, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, έγιναν γνωστά και δεν αναφέρεσαι σε περιστατικά που, όσο συγκλονιστικά κι αν υπήρξαν, παραμένουν ακραιφνώς προσωπική σου περιουσία. Αναγνωρίζεις λοιπόν πως το πέρασμα μιας πενηντακονταετίας από τον θάνατό τους, είναι κάτι ελάχιστο ώστε να μπορείς να μιλήσεις ή να γράψεις για δημιουργούς που τους έχει γνωρίσει, αγαπήσει και θαυμάσει, όπως για παράδειγμα, ο Αγγελος Τερζάκης που συμπληρώνονται φέτος 47 χρόνια από την αποδημία του. Οφείλουμε εξ αρχής να σημειώσουμε πως το έργο του δημιουργού της «Μενεξεδένιας πολιτείας» όπως και άλλων συναδέλφων του της γενιάς του ’30 (Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Μ. Καραγάτσης, Πέτρος Χάρης), δεν θα είχε σταθεί τόσο καθοριστικό στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, στις μετά το 1940 δεκαετίες, αν η Γενιά αυτή δεν είχε ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε μια ηλικία που αισθάνεται κανείς τις ευθύνες του τρομερά μεγάλες όσον αφορά στην εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων – στην πατρίδα του τουλάχιστον.

Χωρίς, επιπλέον, να εξομοιώνουμε τη σημασία τους, το έργο της Γενιάς αυτής, ή μάλλον η απήχησή του θα είχε παραμείνει, παρά την προϋπόθεση της βίωσης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, πολύ λιγότερο καθοριστική αν οι δημιουργοί που ήδη σημειώσαμε (μαζί με κάποιους ακόμη) δεν έγραφαν ακαταπόνητα, για πάρα πολλά χρόνια, στις εφημερίδες. Σε βαθμό μάλιστα που σημαντικό μέρος του έργου τους να έχει δημοσιευθεί με τη μορφή άρθρου, επιφυλλίδας, διηγήματος, ταξιδιωτικής εντύπωσης, κριτικής, στις εφημερίδες κυρίως «Το Βήμα», «ΤΑ ΝΕΑ», «Η Καθημερινή», «Η Πρωία» και «Η Ελευθερία». Με προηγούμενο θα έλεγε κανείς όλων τους την εράσμια μορφή του Αγγελου Τερζάκη που αν θα ήθελε να αποτιμήσει κανείς τη συνεργασία του με «Το Βήμα» θα έφτανε να σκεφτεί ή να θυμηθεί τρία μόνον περιστατικά.

Τη συνεργασία του με την εφημερίδα αυτή, στα χρόνια της δικτατορίας που όχι μόνον τη διπλασίασε μέσα στην εβδομάδα, ώστε να τον διαβάζουμε, εκτός της Τετάρτης, και την Παρασκευή, αλλά προκειμένου να μπορεί να συνεχίζει να μιλάει ελεύθερα, αντικατέστησε το όνομά του με την υπογραφή «Ερανιστής». Γράφοντας για τα δεινά που επέσυραν οι δικτατορίες απανταχού της Γης, στην πραγματικότητα μιλούσε για το σκοινί που έσφιγγε τον δικό μας λαιμό. (Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της δουλειάς αυτής, αρκεί να πληροφορηθεί πως μια επιλογή από το σύνολο των επιφυλλίδων του Τερζάκη, όπως την πραγματοποίησε ο αλησμόνητος Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, χρειάστηκε δεκαέξι πολυσέλιδους τόμους για να ολοκληρωθεί).

Ως δεύτερο περιστατικό θα σημειώναμε την εκφρασμένη, σε μια επιστολή του προς τον Τερζάκη, παρατήρηση του ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα, πως η αναμονή για το διάβασμα της επιφυλλίδας του δημιουργού αυτού, του γεννημένου στο Ναύπλιο στα 1907, του δημιουργούσε ένα αίσθημα μιας καθαρά ερωτικής προσμονής. Σε συνδυασμό με την τεράστια ανακούφιση ενός απροσμέτρητου αριθμού ανθρώπων, όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται οι επιφυλλίδες του Τερζάκη σε βιβλία, καθώς θα απαλλάσσονταν πια από τους ογκωδέστατους φακέλους τους σχηματισμένους με τα αποκόμματά τους. Για να ολοκληρώσουμε, ως τρίτο περιστατικό, με έναν άγνωστο στον Τερζάκη αναγνώστη του, αλλά και σε εμάς όλους, πατέρα ενός παιδιού, που με ταξινομημένες τις επιφυλλίδες του Τερζάκη σε πολυάριθμα ντοσιέ τις είχε περιλάβει στη διαθήκη του ανάμεσα στα κληροδοτούμενα στον γιο του περιουσιακά του στοιχεία.

Ενας συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός τόσο βαθιά δημοκρατικός ώστε μπορούσε να συνδιαλέγεται πολιτισμένα ακόμη και με τους ακραινέστερους ιδεολογικούς του αντιπάλους, σε βαθμό που να αισθάνονται οι τελευταίοι σε οποιαδήποτε «σύγκρουση» μαζί του πως, αν και τους είχε κατατροπώσει, οι κερδισμένοι τελικά παρέμεναν οι ίδιοι. Με οποιοδήποτε μέγεθος ή εκτόπισμα κι αν πιστώνεται το έργο του Αγγελου Τερζάκη, απαρομοίαστη επίσης παραμένει η προσφορά του ως δασκάλου τόσο στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου όσο και σε δραματικές σχολές συγκροτημένες από περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς θεατρανθρώπους.

Φτάνει να διαβάσει κανείς το βιβλίο του «Αφιέρωμα στην τραγική μούσα» (έναν πολυσέλιδο τόμο στηριγμένο, όπως είχε ο ίδιος εξομολογηθεί, εξ ολοκλήρου, στην επεξεργασία των σημειώσεων που έριχνε στο χαρτί, προκειμένου να έχει έναν μπούσουλα ενώ έμπαινε στις αίθουσες διδασκαλίας των δραματικών σχολών), για να συνειδητοποιήσει κάτι το πραγματικά μοναδικό: πενήντα και εξήντα χρόνια, μετά τη διδασκαλία του, ηθοποιοί και σκηνοθέτες να ομνύουν στο όνομά του, όπως το έκαναν οι ήδη φευγάτοι Δημήτρης Ποταμίτης, Χρήστος Ν. Βαλαβανίδης, Μηνάς Χατζησάββας αλλά και οι ζώντες Μαρία Σκούντζου, Νίτα Παγώνη, Υβόννη Μαλτέζου, Τατιάνα Μπαλανίκα, Σταμάτης Φασουλής, Κώστας Αρζόγλου.

Αν και ευτύχησε τα θεατρικά του έργα (ενδεικτικά: «Θεοφανώ», «Αυτοκράτωρ Μιχαήλ», «Νύχτα στη Μεσόγειο», «Θωμάς ο δίψυχος»), να τα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του διαμετρήματος της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Ελένης Χατζηαργύρη, της Ελσας Βεργή, του Αλέξη Μινωτή, του Δημήτρη Χορν, συγκινητικότατη παραμένει η επιφυλλιδογραφία του για ηθοποιούς που, αν και προικισμένοι με ισχυρότατο τάλαντο παρέμειναν σε ένα, αν και τιμημένο, «περιθώριο» (Αθανασία Μουστάκα, Χριστίνα Καλογερίκου, Ευάγγελος Μαμίας, Νίκος Παρασκευάς, Νίκος Γαλανός). Και όπως το πορτρέτο, ή το σκιαγράφημα ενός ανθρώπου ολοκληρώνεται συχνά με φαινομενικά δευτερεύουσας σημασίας λεπτομέρειες, ας κλείσουμε εκφράζοντάς του την προσωπική μας ευγνωμοσύνη για την εγκαρδιότητα και την προσήνεια που πριν από 59 χρόνια δέχθηκε στο γραφείο του στο Εθνικό Θέατρο έναν νεαρό φοιτητή, παραχωρώντας του μια συνέντευξη για τη «Θεσσαλία» του Βόλου με τόση ακρίβεια και επιμέλεια, όπως θα το έκανε για μια αθηναϊκή εφημερίδα. Μιλάμε για ένα ήθος που, αναγνωρίζοντας ο ίδιος ο Τερζάκης, όχι βέβαια σε σχέση με τον εαυτό του, αλλά σε σχέση με τις σαρωτικές αλλαγές που επέρχονταν, το τι πρόκειται να συντελεσθεί, είχε γράψει το άκρως μελαγχολικό: «Είμαι ευτυχής που φεύγω μαζί με την εποχή μου και δεν θα αναπνεύσω τον αέρα άλλων εποχών».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000