Η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης της La Biennale di Venezia βρίσκεται σε εξέλιξη, φέρνοντας στη Βενετία το θέμα «In Minor Keys», υπό την επιμέλεια της αείμνηστης Koyo Kouoh. Η διοργάνωση, που διαρκεί από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου, φιλοξενείται στους ιστορικούς χώρους των Giardini, του Arsenale και σε διάφορα σημεία της πόλης.
Παρότι η επιμελήτρια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη διαδικασία απονομής του Χρυσού Λιονταριού, το έργο της παραμένει ο πυρήνας μιας έκθεσης που τιμά τη μνήμη και το όραμά της.
Μετά τον θάνατό της τον Μάιο του 2025, η La Biennale di Venezia αποφασίζει, με τη σύμφωνη γνώμη της οικογένειάς της, να υλοποιήσει την Έκθεση σύμφωνα με το ολοκληρωμένο επιμελητικό της σχέδιο. Η Kouoh έχει ήδη χαράξει το θεωρητικό πλαίσιο, επιλέξει τους καλλιτέχνες και διαμορφώσει την αισθητική ταυτότητα της διοργάνωσης, με στόχο τη διατήρηση και ανάδειξη των ιδεών της.
Η κληρονομιά της Koyo Kouoh και η ομάδα της
Το «In Minor Keys» εκφράζει τη φιλοσοφία της Kouoh για μια τέχνη που συνομιλεί με τις κοινωνίες και τις αντιθέσεις τους. Την ευθύνη της συνέχειας έχει αναλάβει η ομάδα της, αποτελούμενη από τους Gabe Beckhurst Feijoo, Marie Hélène Pereira, Rasha Salti, Siddhartha Mitter και Rory Tsapayi. Η ομάδα εργάζεται συλλογικά, διατηρώντας την ουσία της επιμέλειας μέσα από διαδικτυακές συναντήσεις και σεμινάρια στη Βενετία και στο Ντακάρ.
Όπως περιγράφουν οι συνεργάτες της, η καθοριστική στιγμή έρχεται κατά τη συνάντηση στο RAW Material Company στο Ντακάρ, όπου η Kouoh καθορίζει τις θεματικές της Έκθεσης. Έννοιες όπως κοινότητα, σπορά και συλλογικότητα αποτελούν τους άξονες γύρω από τους οποίους χτίζεται η αφήγηση της φετινής Μπιενάλε.

Μια διοργάνωση με κοινωνικό παλμό
Της Μαίρης Αδαμοπούλου
Μία Μπιενάλε σε «χαμηλούς τόνους» ονειρευόταν η Κόγιο Κούο όταν σχεδίαζε την κεντρική έκθεση της μεγαλύτερης διοργάνωσης παγκοσμίως, όταν την πρόλαβε ο θάνατος τον περασμένο Μάιο. Το αποτέλεσμα όμως τόσο της έκθεσης – που υλοποιήθηκε από τους συνεργάτες της βάσει του αρχικού της σχεδιασμού – όσο και όσων συμβαίνουν στον περιβάλλοντα χώρο δίνει την εκ διαμέτρου αντίθετη αίσθηση: μια Μπιενάλε ηχηρή με τις φωνές των καλλιτεχνών να βάζουν δυναμικά στο τραπέζι τις συνέπειες οποιουδήποτε πολέμου, είτε συμβαίνει σήμερα, είτε συνέβη στο παρελθόν. Διηγούνται ιστορίες κάθε είδους εξόντωσης και καταστροφής – από γενοκτονίες έως εξαφάνιση πτηνών.
Κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την κλιματική αλλαγή. Και περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχουν αφήσει στην άκρη την κάμερα και τη στατική ή την κινούμενη εικόνα – μέσα που έως και δύο διοργανώσεις πριν κυριαρχούσαν. Αντιθέτως επιχειρούν να επικοινωνήσουν το μήνυμά τους με τρόπους που απαιτούν έντονη χειροναξία. Το νήμα και η κλωστή – που ήδη είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους από προηγούμενες διοργανώσεις – επικρατούν μαζί με τον πηλό σε μεγάλες εγκαταστάσεις που καθηλώνουν το βλέμμα και βάζουν στο κάδρο πολλούς καλλιτέχνες με καταγωγή από χώρες που δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας εικαστικής σκηνής.

Και ενώ αυτή είναι η εικόνα που εισπράττει ο επισκέπτης της κεντρικής έκθεσης τόσο στους επιβλητικούς χώρους της Αρσενάλε, όσο και στο παλιό ιταλικό περίπτερο, στους Κήπους, τους τοίχους διαπερνούν οι φωνές διαμαρτυρίας από τα λασπωμένα από τη βροχή δρομάκια που οδηγούν στα εθνικά περίπτερα.
Στη μεν Αρσενάλε, χθες λίγο μετά το μεσημέρι, μια δυναμική πορεία διαμαρτυρίας κατά τη συμμετοχής του Ισράηλ, πέρασε από όλους τους εξωτερικούς χώρους, σκορπίζοντας πολύχρωμα φυλλάδια που έγραφαν «Κλείστε το περίπτερο της γενοκτονίας», αναφερόμενοι στη συμμετοχή του Ισραήλ, η οποία έχει μετακομίσει στον χώρο της Αρσενάλε. Το μόνιμο περίπτερό του στους Κήπους είναι κλειστό με τη δικαιολογία της ανακαίνισης και είναι το μοναδικό στο οποίο υπάρχει ισχυρή αστυνομική παρουσία.
Λίγο νωρίτερα στους Κήπους δεκάδες διαδηλώτριες – ορισμένες με ροζ κουκούλες και άλλες γυμνόστηθες – άναψαν πολύχρωμα καπνογόνα και φώναζαν συνθήματα κατά της επιστροφής της Ρωσίας στη διοργάνωση, έξω από το ρωσικό περίπτερο, σε μια κίνηση που διοργανώθηκε από τις Pussy Riot που έχουν ταχθεί πολλές φορές κατά του καθεστώτος Πούτιν.
Κι όλα αυτά ενώ μερικές μόλις δεκάδες μέτρια πιο μακριά – στην είσοδο των Κήπων – αιωρείται η εθνική συμμετοχή της Ουκρανίας: πάνω σε ένα γερανοφόρο όχημα κρέμεται στον αέρα το τσιμεντένιο ελάφι της Zάνα Καντίροβα που εγκαταστάθηκε το 2019 στο Ποκρόβσκ της Ανατολικής Ουκρανίας, και μετακινήθηκε επανειλημμένα καθώς πλησίαζε το μέτωπο.
Η κεντρική έκθεση
Στις πρώτες εντυπώσεις από την κεντρική έκθεση θα πρέπει να επισημάνουμε τα διάσπαρτα στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο της Αρσενάλε εμβληματικά μπρούντζινα γλυπτά του Νικ Κέιβ – εντελώς διαφορετικά από τα απόκοσμα γλυπτά του που φοριούνται.
Την ασπρόμαυρη εγκατάσταση της Λόρι Αντερσον στην οποία συγκατοικούν από τον Τζον Λένον έως έναν πάνοπλο άνδρα της αμερικανικής αστυνομίας μετανάστευσης (ICE). Tα διάσημα έργα τέχνης – από του Μποτιτσέλι έως της Φρίντα Κάλο – που έχει αποδομήσει πάνω σε παλέτες μεταφοράς ο Λιβανέζος Ουαλίντ Ράαντ για να επισημάνει τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στην τέχνη. Και το 6 μέτρων «ποτάμι» από πήλινα ειδώλια του Σαβάνγκγουονγκσε Γιανγκουέ από την Μπούρμα, που αποτυπώνουν μια έξοδο από την πατρική γη εξαιτίας ενός εμφυλίου, με την αφορμή να ξεκινά από την τοπική ιστορία, αλλά το μήνυμα του έργου να είναι διαχρονικό και παγκόσμιο.
Ελληνική συμμετοχή: Από τον Τσαρούχη έως τον Ζακ Κωστόπουλο
Της Μαίρης Αδαμοπούλου
Δύο κατακερματισμένες κολόνες που μοιάζουν να έχουν κατακρημνιστεί από ένα αρχαίο μνημείο, φτιαγμένες όμως από μαλακό υλικό για καθιστικά, και μαύρα βήλα να κλείνουν τις τρεις αψίδες της πρόσοψής του, ενώ πίσω τους διακρίνονται δύο φωτισμένες με νέον ασπίδες των ΜΑΤ (οι οποίες έχουν όμως τον ιμάντα συγκράτησης στην εξωτερική τους επιφάνεια) υποδέχονται τους επισκέπτες της 61ης Μπιενάλε της Βενετίας στο ελληνικό περίπτερο, στους Κήπους.

Στο εσωτερικό το κλίμα είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν θυμίζει ένα «Δωμάτιο Διαφυγής» όπως είναι ο τίτλος της εικαστικής πρότασης του Ανδρέα Αγγελιδάκη που εκπροσωπεί τη χώρα μας στη φετινή διοργάνωση, αλλά περισσότερο ένα κλαμπ με κόκκινα φώτα, βιντεοπροβολές στις οποίες ανάμεσα στα καρέ οι επισκέπτες βλέπουν και τον εαυτό τους, τεράστια υφασμάτινα βιβλία όπου μπορεί κάποιος να ξεφυλλίσει και να ανακαλύψει από τον Ιωάννη Μεταξά έως τον Ζακ Κωστόπουλο. Βιτρίνες – ψυγεία, υπεμεγέθεις μπλούζες με έργα του Γιάννη Τσαρούχη, αιωρούμενα πουφ δεμένα με αλυσίδες – αναφορά στους δεσμώτες της «Αλληγορίας του Σπηλαίου» του Πλάτωνα – είναι μερικά από όσα συνθέτουν το σύμπαν που έστησε στη Βενετία ο καλλιτέχνης ως μια προσέγγιση του πλατωνικού σπηλαίου υπό το πρίσμα της σύγχρονης ψηφιακής παραίσθησης.
Το διεθνές κοινό πιθανόν δεν θα μπορέσει να συνδεθεί με όλα τα θραύσματα ιστορίας – τα αναμνηστικά όπως τα προσεγγίζει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης: την ιστορία του ίδιου του περιπτέρου και τη στιγμή των εγκαινίων του, σε μια εποχή ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Στο γεγονός ότι το 1966 η Βάσω Κατράκη κέρδισε το διεθνές βραβείο χαρακτικής στη Μπιενάλε της Βενετίας και τον επόμενο χρόνο βρισκόταν εξόριστη στη Γυάρο. Τον Ζακ Κωστόπουλο ή την αντιστασιακή Μαρία Μπεΐκου, η οποία – σύμφωνα με την έρευνα του καλλιτέχνη ήταν θεία της σχεδιάστριας Λουκίας και κουμπάρα του σπουδαίου σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι, αναφέροντας μερικά μόνο από τα πρόσωπα ή τις συνθήκες τις οποίες υπαινίσσεται ή αναφέρεται το έργο.
Γεγονός που δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαιτέρως τους επισκέπτες, οι οποίοι μοιάζουν να απολαμβάνουν το πάρτι διαρκείας που επικρατεί στο ελληνικό περίπτερο και ξαπλώνουν για να ξαποστάσουν στα μαλακά πουφ μετά την κατ’ ελάχιστον μία ώρα ορθοστασία που απαιτείται για την επίσκεψη στο απέναντι αυστριακό περίπτερο – το οποίο έχει κερδίσει τις εντυπώσεις και όχι άδικα – πριν συνεχίσουν την περιήγησή τους στη γεμάτη προκλήσεις Βενετία, εντός και εκτός Μπιενάλε.

Ο δημιουργός
«Αυτή είναι η δική μου Ελλάδα και ότι το περίπτερο γίνεται μεν για λογαριασμό του έθνους, αλλά είναι απολύτως ατομικό και το εθνικό γίνεται προσωπικό», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης παρουσιάζοντας το έργο του πριν τα εγκαίνια του περιπτέρου, τα οποία πραγματοποιήθηκαν χθες παρουσία του υφυπουργού Σύγχρονου Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα και πλήθος κόσμου που συνδέεται επαγγελματικά με τον εικαστικό χώρο και είχε επί τούτου ταξιδέψει από την Ελλάδα.

«Ο τίτλος Δωμάτιο Διαφυγής (Escape Room) ακούγεται σήμερα σαν κάτι πολύ δημοφιλές, αλλά στην ουσία είναι ένα είδος διασκέδασης που ξεκίνησε από το Ιντερνετ, από τα βιντεοπαιχνίδια και το 2007 μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στον χώρο, στην Ιαπωνία. Η βασική δομή στο Escape Room είναι αυτό που γράφει ο Πλάτωνας. Ενα σπήλαιο με μια τεχνητή πραγματικότητα». Και θεωρεί ότι τα αναμνηστικά (σουβενίρ) που φέρνει στη Βενετία συνάδουν με την ίδια τη χώρα, καθώς «ιδρυθήκαμε κάπως λίγο σαν σουβενίρ της αρχαίας φιλοσοφίας και των αρχαίων μας ταλέντων», υποστηρίζει.
Επιμελητής του ελληνικού περιπτέρου είναι ο Γιώργος Μπεκιράκης και εθνικός επίτροπος ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης – ΜΟΜus.






