Στην Αργεντινή, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ακουγόταν στις πλατείες το σύνθημα «ladron o no ladron, queremos a Peron». Σε πρόχειρη απόδοση: «κλέφτης- ξεκλέφτης, τον Περόν θέλουμε». Τον λαοφιλή στρατηγό πολιορκούσαν καταγγελίες για μεγάλα σκάνδαλα, μα η λαϊκή βάση του περονισμού αδιαφορούσε και διαλαλούσε την πίστη και αφοσίωσή της σ’ εκείνον που της προσέφερε υψηλότερους μισθούς, εργασιακά δικαιώματα, συν τη γοητεία της Εβίτας.
Είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα που χρησιμοποιούνται προς επιβεβαίωση του «ρεαλιστικού» πολιτικού δόγματος, σύμφωνα με το οποίο η οικονομία κρίνει τις εκλογές. Την εκλογική συμπεριφορά των πολιτών ορίζει ο τρόπος που η κατάσταση της οικονομίας καθρεφτίζεται στη ζωή και τις προσδοκίες τους. Κι αν κάτι μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να ψηφίσουν αδιαφορώντας για το οικονομικό τους συμφέρον, είναι μόνον τα μεγάλα «ταυτοτικά» θέματα. Οπως τώρα στις ΗΠΑ, όπου μεγάλο μέρος των εργατικών και αγροτικών στρωμάτων εξακολουθούν να υποστηρίζουν τον Τραμπ, παρότι η εφαρμοσμένη πολιτική του είναι καταστροφική γι’ αυτούς. Θέματα ηθικής τάξης και σεβασμού των δημοκρατικών θεσμών – σύμφωνα με το δόγμα – ακόμη κι αν ενοχλούν, ελάχιστα επηρεάζουν την επιλογή στο εκλογικό παραβάν.
It’s the economy stupid, είναι η διάσημη ατάκα του γκουρού του Κλίντον. But not just the economy. Το δόγμα ισχύει, μα όχι πάντα και παντού και όχι άνευ όρων. Θέματα ηθικής τάξης, ελευθεριών, σεβασμού των δημοκρατικών κανόνων ή καταγγελίες για σκάνδαλα – οικονομικά ή θεσμικά – μπορεί κάποια στιγμή, σε κάποιες εποχές και σε κάποια κοινωνικά περιβάλλοντα να παίξουν ένα ρόλο καταλύτη. Εστω και μόνον επειδή προσφέρουν σε κάποιες ομάδες ψηφοφόρων τη δικαιολογία που χρειάζονται για να εγκαταλείψουν το κόμμα που είχαν ψηφίσει, όταν δεν θέλουν να ομολογήσουν ούτε στον εαυτό τους τον πραγματικό λόγο που τους έκανε να αλλαξοπιστήσουν.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στα πρώτα χρόνια της πρωθυπουργίας του, έμοιαζε να γνωρίζει καλά αυτές τις αποχρώσεις. Και προσπαθούσε να τις διαχειριστεί. Ηταν έτοιμος να παραδεχθεί λάθη ή να ζητήσει συγγνώμη, όταν κάτι στην κυβερνητική συμπεριφορά ενοχλούσε και απειλούσε να διαρρήξει την κοινωνικοπολιτική συμμαχία που τον είχε εμπιστευθεί το 2019 και ξανά το 2023. Εδειχνε να ξέρει ότι οι δημοκρατικές, ηθικές, ακόμη και αισθητικές ευαισθησίες ενός μικρού αλλά κρίσιμου τμήματος της εκλογικής του συμμαχίας – όσο κι αν απωθούσαν ένα μέρος του δεξιού πυρήνα – έπρεπε να κολακεύονται για να διατηρείται η συνοχή του μπλοκ.
Καιρό τώρα, ωστόσο, αυτή η στάση έχει αλλάξει. Ο κυνισμός με τον οποίο διαχειρίστηκε κάποιες όψεις του φακέλου ΟΠΕΚΕΠΕ και, ακόμη περισσότερο, του φακέλου των υποκλοπών, η «επιστολική» πειθαρχία στην ψηφοφορία για Βορίδη και Αυγενάκη, η επικράτηση της λογικής του Αδωνη (Ποιος αποφασίζει; Η πλειοψηφία. Ποια είναι η πλειοψηφία; Η ΝΔ. Τι είπε η ΝΔ; αθώοι. Τέλος συζήτησης), η περιφρόνηση κάθε προσχήματος στον ενταφιασμό της δικογραφίας του Ρredator, όλα δείχνουν ότι ο σεβασμός των ευαισθησιών εκείνων που οι ντούροι δεξιοί αποκαλούν καταφρονητικά «ποταμίσιους» θεωρείται πια περιττή πολυτέλεια.
Ισως είναι η ανάγκη. Οταν η συνοχή της κοινοβουλευτικής ομάδας απειλείται, τα υπόλοιπα μοιάζουν δευτερεύοντα. Οταν η «ψυχή της παράταξης» εξεγείρεται απέναντι στην ποινικοποίηση του παλαιοκομματισμού, οι ευαισθησίες για τους δημοκρατικούς κανόνες ή ο σεβασμός απέναντι σε μια ευρωπαϊκή αρχή περισσεύουν. Κι όταν – στην υπόθεση Ρredator – απειλείται ο σκληρός πυρήνας της εξουσίας από τη δράση ανεξάρτητων αρχών ή ατίθασων δικαστών, τα περιθώρια στενεύουν.
Ισως να είναι και μια πεποίθηση ότι σε καιρό μεγάλης ανασφάλειας, όπως αυτή που ζούμε τώρα, ιδίως μετά τον πόλεμο στον Περσικό, ο φόβος της πτώσης αρκεί για να συσπειρώσει μια, απρόθυμη έστω, πλειοψηφία γύρω από εκείνον που της υπόσχεται «σταθερότητα» και μια ψευδαίσθηση έστω προστασίας. Εκείνον που υπόσχεται να ανακυκλώνει τα εκ του πληθωρισμού επιπλέον φορολογικά έσοδα σε εισοδηματικές ενισχύσεις (που θα τις ροκανίσει, φυσικά, ο πληθωρισμός).
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η στάση, μοιραία, εκλαμβάνεται ως ένδειξη πολιτικής αδυναμίας. Κι αυτό έχει συνέπειες. Μα προπάντων η στάση αυτή υπονομεύει τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε μια εκλογική στρατηγική και μια πολιτική ηγεμονία. Το αποτυπώνουν και οι δημοσκοπήσεις, που καταγράφουν σταθερά ένα πολύ χαμηλότερο «ταβάνι» για τις εκλογικές επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος. Η βλάβη μάλλον δεν είναι πια ανατάξιμη. Το παιχνίδι ανοίγει ξανά.






