Πώς βιώνετε αυτή τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα μετά την ταινία «Καποδίστριας»;
Τη χαίρομαι. Δεν αισθάνομαι άβολα με αυτό. Για μένα, το να έχω πρόσβαση σε ένα τόσο μεγάλο κοινό δεν αποτελεί εμπόδιο, αντίθετα είναι κάτι που επεδίωξα. Στα πρώτα μου βήματα ένιωθα περισσότερο την ανάγκη να εντρυφήσω σε αυτό που λέμε «μετιέ» – στην ουσία της δουλειάς μας, στην «κουζίνα» του θεάτρου, να εμβαθύνω στις μεθόδους και στους κόσμους του εκάστοτε δημιουργού. Είχα την ανάγκη να συναναστραφώ με κόσμο. Η δουλειά του εικαστικού έχει μοναξιά. Βρισκόμουν σε μια τέτοια καμπή τότε, λίγο πριν από τα τριάντα μου. Ηθελα να καταλάβω τι ακριβώς κάνουμε, πώς λειτουργεί αυτό το «πράγμα» και πού βρίσκομαι εγώ μέσα σε όλο αυτό. Δεν ήθελα απλώς να περάσω και «να μην ακουμπήσω». Σήμερα όμως, μπολιασμένοι από τους γρήγορους ρυθμούς, τα social media και το εφήμερο του «sold out», δυσκολευόμαστε να βρούμε τον χώρο για μια τέτοια ουσιαστική σύνδεση. Ο Τερζόπουλος μου προσέφερε αυτόν ακριβώς τον χώρο.
Αλλαξε τελικά η ζωή σας μετά τον «Καποδίστρια»;
Η ζωή μου ως Αντώνη δεν άλλαξε, η ζωή του ηθοποιού όμως, ναι, άλλαξε. Πλέον διαπραγματεύομαι με άλλους όρους, με πλησιάζει ο κόσμος, έχω περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες. Οταν σε γνωρίζει όλη η Ελλάδα και η ταινία έχει απήχηση και στο εξωτερικό, ο αντίκτυπος είναι σαφώς θετικός.
Αναζητούσατε την ευρεία αποδοχή;
Οποιος λέει πως δεν θέλει την αποδοχή, μάλλον ψεύδεται. Ολοι τη θέλουμε. Αλλά ξέρω πως η «καθολική» αποδοχή είναι κάτι ανέφικτο. Με ιντρίγκαρε αυτή η εμβληματική προσωπικότητα, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, για τον οποίο υπάρχει μια τόσο ισχυρή συλλογική μνήμη. Φυσικά, μέτρησε και το γεγονός ότι ήταν ένας πρωταγωνιστικός ρόλος σε μια μεγάλη παραγωγή με καλή αμοιβή. Θα ήταν ανόητο να πει κανείς «όχι».
Σας αρκεί η αγάπη του κόσμου, όταν εσείς ως ηθοποιός αναζητάτε πάντα την υψηλή ποιότητα;
Ως ηθοποιός, καλούμαι να φέρω εις πέρας έναν ρόλο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν αναλαμβάνω την εξ ολοκλήρου ευθύνη για μια δουλειά, καθώς δεν είμαι ο μόνος που την υπογράφει. Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να αναλώνομαι στο αν οι κριτικοί έγραψαν καλά ή όχι. Εγώ έκανα τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα. Το γεγονός ότι η ταινία άγγιξε ένα μεγάλο μέρος του κοινού είναι για μένα ένα κερδισμένο στοίχημα.
Υποβληθήκατε σε υπνωτισμό για τις ανάγκες του ρόλου;
Ο Γιάννης Σμαραγδής ένιωσε την ανάγκη να φέρει έναν άνθρωπο που θα μας «κούρδιζε» όλους, ώστε να συνδεθούμε με την προσωπικότητα του Καποδίστρια, να βγούμε από την καθημερινότητα και να βρεθούμε σε μια σύμπνοια. Στη δουλειά μας το κάνουμε συχνά αυτό πριν από μια πρόβα, χρειάζεσαι μια προθέρμανση, έναν τύπο διαλογισμού για να καθαρίσει το μυαλό. Προσωπικά, δεν μπήκα σε καμία τέτοια κατάσταση, μπορεί ο καθένας να το ονομάζει όπως θέλει, αλλά εγώ δεν υπνωτίστηκα.
Ακούγοντάς σας να μιλάτε για την ανάγκη να «βγείτε από την καθημερινότητα», αναρωτιέμαι πόσο σας επηρέασαν οι μεγάλες αλλαγές στην ίδια σας τη ζωή. Για παράδειγμα, η παιδική σας ηλικία είχε μια μεγάλη μετακίνηση στο Μόντρεαλ. Πόσο σας καθόρισε εκείνη η περίοδος;
Εφυγα από τη Χίο για το Μόντρεαλ όταν ήμουν μόλις ενός έτους. Μείναμε εκεί μέχρι τη Δευτέρα Δημοτικού. Ηταν λίγα χρόνια, αλλά πολύ καθοριστικά. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο αγάπη, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε συναισθηματική αστάθεια. Και αυτό με καθόρισε και συνεχίζει να με καθορίζει. Τώρα που έχω δικά μου παιδιά, με ενδιαφέρει πολύ να ξέρω την προέλευση αυτών των καταστάσεων. Οταν επιστρέψαμε από τον Καναδά, προσπαθούσα να βρω ένα κέντρο, μια ταυτότητα. Ενστικτωδώς οδηγήθηκα στην Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Είχα μια κλίση στη ζωγραφική και την καλλιέργησα.
Η τέχνη λειτούργησε ως το καταφύγιο;
Πιστεύω πως δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Μέσα από την τέχνη έψαχνα απαντήσεις σε αυτή την αστάθεια. Η τέχνη σού προσφέρει ένα τεράστιο πεδίο έρευνας. Σαν να παίρνει τον ενήλικο και να τον γυρνάει πίσω, λέγοντάς του: «Οση δουλειά δεν έκανες τότε, κάν’ την τώρα». Είναι σαν μια μεγάλη «παιδική χαρά» όπου μπορείς να σκάψεις ελεύθερα στην άμμο και να ψάξεις.
Αν ανατρέχατε στην πιο θολή ανάμνηση της παιδικής σας ηλικίας, ποιο θα λέγατε πως ήταν το κομβικό σημείο που σας ώθησε στην τέχνη;
Είχα πάντα έναν ενστικτώδη τρόπο να ερμηνεύω τα πράγματα μέσα από τη δική μου «φούσκα». Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ήμουν περίπου πέντε ετών στον Καναδά, είχαμε πάει με τους γονείς μου σε έναν ζωολογικό κήπο. Στην αυλή του σπιτιού μας υπήρχε ένας μεγάλος μαντρότοιχος. Είχα πάρει κάτι κάρβουνα και είχα ζωγραφίσει πάνω του όλα τα ζώα που θυμόμουν από την επίσκεψή μου στον ζωολογικό κήπο. Μου άρεσε πάντα αυτό το «παιχνίδι», όπως και το παίξιμο των ρόλων που έχουν όλα τα παιδιά. Αυτή η ενστικτώδης ελευθερία, όπου επινοείς κάτι επί τόπου και μοιράζεις ρόλους, σου προσφέρει μια απίστευτη αίσθηση απελευθέρωσης.
Πότε νιώσατε ότι χάσατε αυτή την ελευθερία;
Στην εφηβεία, αλλά μετά το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν αυτό: ότι πρέπει να συνεχίσω μέσα από αυτό που με έκανε να νιώθω ελεύθερος. Η πιο δύσκολη στιγμή είναι όταν αισθάνεσαι μια «σκιά» να σε βαραίνει και δεν μπορείς να την ορίσεις. Εκεί ακριβώς έρχεται η τέχνη. Για μένα, η τέχνη υπήρξε σωτηρία, γι’ αυτό και αυτή η σκιά δεν έγινε ποτέ δυσβάσταχτη. Η συναισθηματική αστάθεια που συνδεόταν με την ασθένεια του πατέρα μου. Η ασθένεια του πατέρα μου ήταν σκιά στη ζωή μου. Παρόλο που μεγαλώσαμε σε μια αγαπημένη οικογένεια, αυτό το θέμα όριζε πάντα τις ισορροπίες. Μέσα από το θέατρο, που σου καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, προσπάθησα να διαχειριστώ αυτό το βίωμα. Ηταν μια διαδικασία ίασης.
Κατανοήσατε περισσότερο τον πατέρα σας μέσα από την τέχνη;
Αυτός ο διάλογος με τον πατέρα μου δεν σταματά ποτέ. Η σχέση με έναν άνθρωπο δεν τελειώνει επειδή εκείνος έφυγε από τη ζωή. Συνεχίζω να αναμοχλεύω και να φέρνω στο παρόν την εικόνα του, τη συμπεριφορά του, το βλέμμα του. Θέλω να το «ξαναδιαβάζω» διαρκώς για να καταλαβαίνω περισσότερα, ειδικά τώρα που βρίσκομαι κι εγώ στη θέση του, αντιμετωπίζοντας τις δικές μου δυσκολίες στην επικοινωνία με τα παιδιά μου. Αντιλαμβάνομαι πως ερήμην μας κουβαλάμε πράγματα που δεν συνειδητοποιούμε. Σίγουρα κουβαλάω τον πατέρα μου στο βλέμμα μου. Με ησυχάζει το να μνημονεύω τους ανθρώπους που έχουν φύγει. Τους φέρνω συχνά στο μυαλό μου· είναι κάποιες στιγμές που τους νιώθω πιο ζωντανούς μέσα μου από τους ίδιους τους ζωντανούς.
Πώς τον έλεγαν τον πατέρα σας;
Κώστα. Κωνσταντίνο.






