Το μελάνωμα αποτελεί κακοήθη νεοπλασία που προέρχεται από τα μελανοκύτταρα, τα κύτταρα που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή της μελανίνης. Αν και αντιπροσωπεύει μικρό ποσοστό των καρκίνων του δέρματος (περίπου 5%), ευθύνεται για το 75-80% των θανάτων που σχετίζονται με αυτούς, λόγω της υψηλής μεταστατικής του ικανότητας.

Η αιτιοπαθογένεια του μελανώματος σχετίζεται κυρίως με την υπεριώδη ακτινοβολία, ιδιαίτερα την έντονη, διαλείπουσα έκθεση στον ήλιο και τα ηλιακά εγκαύματα κατά την παιδική ηλικία. Σημαντικό ρόλο παίζουν και γενετικοί παράγοντες, όπως μεταλλάξεις στα γονίδια BRAF (περίπου 40-50% των περιπτώσεων) και NRAS. Ατομα με ανοιχτό φωτότυπο δέρματος, πολλούς σπίλους (>50), ιστορικό δυσπλαστικών σπίλων ή οικογενειακό ιστορικό παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης.

Κλινικά, το μελάνωμα εμφανίζεται συνήθως ως νέα ή μεταβαλλόμενη δερματική βλάβη. Η αξιολόγηση βασίζεται στον κανόνα ABCDE: Ασυμμετρία, ακανόνιστα όρια, ποικιλία χρωμάτων, διάμετρος >6 mm και εξέλιξη της βλάβης.

Υπάρχουν διάφοροι ιστολογικοί τύποι, με συχνότερους το επιφανειακά επεκτεινόμενο μελάνωμα (superficial spreading melanoma) και το οζώδες μελάνωμα, το οποίο εμφανίζει πιο επιθετική συμπεριφορά.

Η διάγνωση τίθεται με εκτομή της ύποπτης βλάβης και ιστοπαθολογική εξέταση. Ο σημαντικότερος προγνωστικός δείκτης είναι το πάχος Breslow (σε mm), το οποίο συσχετίζεται άμεσα με την πιθανότητα μετάστασης. Αλλοι παράγοντες είναι η παρουσία εξέλκωσης και ο μιτωτικός δείκτης. Η σταδιοποίηση γίνεται σύμφωνα με το σύστημα TNM και καθορίζει τη θεραπευτική στρατηγική.

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Στα αρχικά στάδια, η χειρουργική εκτομή με επαρκή όρια αποτελεί θεραπεία εκλογής και μπορεί να είναι ιάσιμη. Σε πιο προχωρημένα στάδια, εφαρμόζεται βιοψία λεμφαδένα φρουρού για την ανίχνευση μικρομεταστάσεων. Η θεραπεία των μεταστατικών μορφών έχει εξελιχθεί σημαντικά με τη χρήση ανοσοθεραπείας (π.χ. αναστολείς PD-1) και στοχευμένων θεραπειών για μεταλλάξεις BRAF, βελτιώνοντας σημαντικά την επιβίωση.

Η πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από το στάδιο κατά τη διάγνωση. Το 5ετές ποσοστό επιβίωσης υπερβαίνει το 95% σε πρώιμα στάδια, αλλά μειώνεται σημαντικά (<30%) σε περιπτώσεις απομακρυσμένων μεταστάσεων. Συνολικά, το μελάνωμα αποτελεί σοβαρή αλλά δυνητικά ιάσιμη νόσο εφόσον διαγνωστεί έγκαιρα. Η πρόληψη μέσω προστασίας από την ηλιακή ακτινοβολία και η τακτική αυτοεξέταση του δέρματος είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση της θνητότητας.

Ο Θάνος Δημόπουλος είναι καθηγητής Θεραπευτικής Αιματολογίας – Ογκολογίας, τ. πρύτανης του ΕΚΠΑ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000