Κατά την προετοιμασία της αναδρομικής έκθεσης του Χρήστου Τζίβελου στο Μουσείο Μπενάκη το 2017, ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη του ένα ασυνήθιστο βιβλίο με τίτλο «Ο κόσμος ανάποδα» (Le Monde à l’envers, 1980). Η μελέτη του Φρεντερίκ Τριστάν ήταν για μένα διαφωτιστική: με βοήθησε να δω αλλιώς την ανεστραμμένη εικόνα στη σύγχρονη τέχνη και, ειδικότερα, στο έργο του Γκέοργκ Μπάζελιτς. Συνειδητοποίησα ότι η ανάποδη θέαση εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση – λαϊκή, φιλοσοφική, ενίοτε και αλχημιστική – και ότι στο έργο του Μπάζελιτς γίνεται τρόπος σκέψης, υπαρξιακή στάση και όχι εξυπνακίστικο τέχνασμα. Ετσι κατάλαβα καλύτερα τη ριζοσπαστική χειρονομία του Γερμανού ζωγράφου, ο οποίος αναποδογύρισε τις μορφές για να διαταράξει τη βεβαιότητα της εικόνας.
Η πρώτη παρουσία του Μπάζελιτς στην Ελλάδα χρονολογείται το 1967, στην ομαδική έκθεση «Βερολίνο – Βερολίνο», που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο, σε επιμέλεια του Χρήστου Ιωακειμίδη. Ηταν τότε ακόμη νέος, ορμητικός και οργισμένος, εχθρικός προς κάθε μορφή εικαστικής ευπρέπειας· ένας καλλιτέχνης που, όπως και άλλοι δημιουργοί της γενιάς του, κουβαλούσε στη ζωγραφική του το τραύμα της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, το 2024, ένα έργο του παρουσιάστηκε ξανά στην Αθήνα, στην εναρκτήρια έκθεση της Michael Werner Gallery, της γκαλερί που συνδέθηκε όσο καμία άλλη με τη διεθνή πορεία του. Το ανάποδο πουλί του «Ein Vogel» (1972) ερχόταν από μια άλλη εποχή και, συγχρόνως, μιλούσε υπαινικτικά για μια ειρήνη διαρκώς ανέφικτη: τότε ήταν το Βιετνάμ, σήμερα η Ουκρανία και η Παλαιστίνη. Ο Μπάζελιτς έβλεπε τον κόσμο μονίμως από την ανάποδη πλευρά, επειδή από εκεί η εικόνα γινόταν πιο σκληρή, πιο ασταθής, πιο αληθινή.
Ο Γκέοργκ Μπάζελιτς γεννήθηκε το 1938 ως Χανς-Γκέοργκ Κερν στο χωριό Ντόιτσμπαζελιτς της Σαξονίας. Μεγάλωσε σε μια Γερμανία σημαδεμένη από τον ναζισμό, τον πόλεμο και την ήττα· «γεννήθηκα σε μια κατεστραμμένη τάξη» έχει δηλώσει. Στη νεότητά του βίωσε το ασφυκτικό ιδεολογικό κλίμα της Ανατολικής Γερμανίας. Το 1957 αποβλήθηκε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ανατολικού Βερολίνου για «κοινωνικοπολιτική ανωριμότητα», πέρασε στο Δυτικό Βερολίνο και το 1961, τη χρονιά που υψώθηκε το Τείχος, υιοθέτησε το όνομα της γενέτειράς του. Η επιλογή αυτή ήταν μια συμβολική πράξη αυτοκαθορισμού: ο τόπος καταγωγής γινόταν όνομα, καλλιτεχνική ταυτότητα και ιστορικό τραύμα.
Ηδη από την πρώτη του ατομική έκθεση, το 1963 στην Galerie Werner & Katz του Βερολίνου, φάνηκε πως η ζωγραφική του θα ασκούσε βία στο βλέμμα του θεατή. Δύο έργα του κατασχέθηκαν ύστερα από εισαγγελική παρέμβαση, με την κατηγορία ότι προσέβαλλαν τη δημόσια αιδώ και τα χρηστά ήθη. Οι πρώτες μορφές του, γκροτέσκες, ακρωτηριασμένες, σκοτεινές, έμοιαζαν να αναδύονται από μια χώρα που απέφευγε ακόμη να κοιτάξει κατάματα το ένοχο παρελθόν της. Οι ανατρεπτικοί «ήρωες» του Μπάζελιτς έχουν ελάχιστη δόξα και πολλή ήττα: είναι σώματα κουρασμένα, διαμελισμένα, παραμορφωμένα, ενταγμένα σε ρημαγμένα τοπία. Η ζωγραφική του ειρωνεύεται κάθε λογής Πατέρες, ξύνει τη μνήμη ώσπου να βγει στην επιφάνεια η πληγωμένη της όψη. Εύστοχα, ο τεχνοκριτικός Jonathan Jones έγραψε το 2020 στην εφημερίδα The Guardian ότι τα έργα του Μπάζελιτς αποτελούν την εκδίκηση της «εκφυλισμένης» τέχνης, που τόσο μανιασμένα προσπάθησαν να αφανίσουν οι ναζί.
Το 1969 έκανε την καθοριστική κίνηση που θα σφράγιζε το έργο του: άρχισε να ζωγραφίζει τα θέματά του ανάποδα. Η πρώτη ανάποδη εικόνα ήταν ένα τοπίο, ένα δάσος· ακολούθησαν πορτρέτα φίλων και συναδέλφων, λουλούδια, ζώα, αετοί. Με αυτή την αντιστροφή, ο ζωγράφος αφαιρούσε από το θέμα την ευκολία της αναγνώρισης. Το μάτι έχανε το στήριγμά του και επέστρεφε αναγκαστικά σε όσα συγκροτούν τη ζωγραφική: στη μορφή, στη χειρονομία, στο χρώμα, στον ρυθμό, στην ύλη. Αντί να προσφέρεται αμέριμνα στον θεατή, η εικόνα στεκόταν μπροστά του σαν εμπόδιο. Από εκεί και πέρα, η ζωγραφική παρέμεινε για τον Μπάζελιτς πεδίο σύγκρουσης με τις βεβαιότητες και τις συμβάσεις της αναπαράστασης. Στα έργα σε χαρτί, στα χαρακτικά, στις υδατογραφίες και στα ξύλινα γλυπτά του, δημιουργούσε τραυματισμένες επιφάνειες, γεμάτες χαράξεις και ίχνη χειρονομίας.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The Telegraph το 2021, δήλωσε ότι ήθελε να φτιάχνει «δυσάρεστες» εικόνες και ότι, κατά τη γνώμη του, συνέχιζε να το κάνει. Η φράση ακούγεται προκλητική, είναι όμως ακριβής. Η ενοχλητική εικόνα, αυτή που σου ανακατεύει το στομάχι, ενδιέφερε ανέκαθεν τον Μπάζελιτς. Μιλώντας το 2003 στην Πάμελα Κορτ για το περιοδικό Artforum, εξέφρασε τον θαυμασμό του για την πολυδιάστατη τέχνη του Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ και αναφέρθηκε στον καθοριστικό ρόλο της δεκαετίας του ’80 στην εξέλιξή του.
Ηταν η εποχή που, όπως λέει χαρακτηριστικά, οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονταν σαν αστέρες του ποδοσφαίρου. Η φήμη όξυνε την ανταγωνιστικότητα και τη φιλοδοξία του, κάνοντάς τον ακόμη πιο παραγωγικό. Οπως λέει ο ίδιος: «Ποτέ δεν με ενδιέφερε να πηγαίνω με το ρεύμα. Εκείνο που μετρά περισσότερο είναι να βρίσκω νέους τρόπους να αποτυπώνω τον κόσμο στη ζωγραφική με τους δικούς μου όρους».
Με τον θάνατο του Μπάζελιτς κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τέχνης. Μένει η εικόνα του ανάποδου πουλιού να μας στοιχειώνει. Ενα πουλί που αψηφά τη βαρύτητα, που μοιάζει να πέφτει και συγχρόνως να αιωρείται. Αυτή είναι η κληρονομιά που αφήνει πίσω του ο σπουδαίος ζωγράφος: η πτώση και το τραύμα ως μορφές ελευθερίας. Ενας ανάποδος κόσμος που σήμερα μοιάζει λιγότερο παράλογος από τον δικό μας.
Ο Χριστόφορος Μαρίνος είναι ιστορικός τέχνης και επιμελητής.
- Υπόθεση Μαντλίν ΜακΚάν: Δυσκολίες έκδοσης του Μπρίκνερ στην Βρετανία – Αλλάζει συνεχώς κρησφύγετα
- ΗΠΑ: Συγκλονιστικές μαρτυρίες επιβατών από το αεροσκάφος που παρέσυρε πεζό στο αεροδρόμιο του Ντένβερ – «Νόμιζα ότι θα πεθάνω»
- Στις Βρυξέλλες ο Γιώργος Γεραπετρίτης για το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ






