Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η ωραία ατμόσφαιρα που επιχειρήθηκε να προβληθεί προς την κοινή γνώμη, ούτε μια ουσιαστική διαδικασία αυτοκριτικής για να εμπεδωθεί το γνωστό «μου αρέσουν οι παρατηρήσεις, διορθώνομαι» όπως ο Πρωθυπουργός σημείωνε μετά και την επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ («ΤΑ ΝΕΑ», 28/4/2026).
Ηταν, αντίθετα, μία από τις ελάχιστες συνεδριάσεις της ΚΟ που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας και, όπως συχνά συμβαίνει, οι συνεδριάσεις των Κοινοβουλευτικών Ομάδων γίνονται πιο δύσκολες όταν έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για μια κυβέρνηση.
Ετσι στη συνεδρίαση αυτή παρατηρήσαμε ότι το ένα τρίτο σχεδόν των βουλευτών πήρε τον λόγο και εξέφρασε τις απόψεις του. Κάποιοι κατέθεσαν τις αυθεντικές ανησυχίες τους, άλλοι διατύπωσαν τις προσωπικές τους επιδιώξεις, οι πιο θερμόαιμοι επετέθησαν ακόμη και στους θεσμούς που θεωρούν ενοχλητικούς (λ.χ. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), ενώ ορισμένοι θέλησαν να προβληθούν ως θεματοφύλακες και «πρωθυπουργικότεροι του Πρωθυπουργού», επιχειρώντας να οριοθετήσουν τα στρατόπεδα και ίσως να χαράξουν τη διαχωριστική γραμμή για τις εκλογές με το βλέμμα στην επόμενη μέρα.
Σε αυτή τη συνεδρίαση έγινε προσπάθεια άμβλυνσης των εντάσεων ενόψει εκλογών, προκειμένου οι βουλευτές να πάψουν να αποτελούν πονοκέφαλο για την κυβέρνηση που έχει ανοιχτά μέτωπα με την κοινωνία.
Δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση ούτε για τον αποδυναμωμένο ρόλο του βουλευτή, ούτε για τη λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ούτε για την ποιότητα της κοινοβουλευτικής λειτουργίας συνολικά. Η συνεδρίαση λειτούργησε κυρίως ως μηχανισμός προσωρινής εκεχειρίας και τακτοποίησης ανοιχτών λογαριασμών.
Ολοι, ελεγχόμενοι και μη, διασφάλισαν τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια, με την επίκληση από τον Πρωθυπουργό του τεκμηρίου της αθωότητας (δικαίως ενδεχομένως) και άπαντες εκλήθησαν να «ιδρώσουν τη φανέλα» παίρνοντας εντολή να πέσουν στην αρένα της εκλογικής μάχης για την υπέρ πάντων τρίτη τετραετία.
Με οπαδικού τύπου προσέγγιση επιβλήθηκε σιωπητήριο, η πολιτική υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη κομματικής συσπείρωσης και ο Πρωθυπουργός εξασφάλισε αυτό που επιδίωκε περισσότερο: μια προσωρινή εσωτερική ειρήνη ώστε να διαχειριστεί τη διογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Αυτή η δυσαρέσκεια δεν προκύπτει μόνον από τη ζοφερή καθημερινότητα των πολιτών. Αφορά υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι υποκλοπές, που προκαλούν την κοινωνική αντίδραση καθώς ακουμπούν θέματα θεσμών και πολιτικής ηθικής.
Η κυβέρνηση επικαλείται πολιτική υπεροπλία διαβάζοντας τους αριθμούς των δημοσκοπήσεων και δημιουργεί εντυπώσεις, κατά βάθος όμως γνωρίζει πως μόλις ένας στους πέντε ψηφοφόρους εγκρίνει τις πολιτικές της, ενώ όλοι οι άλλοι είναι απέναντι.
Σε μια συνθήκη απόλυτης ρευστότητας και καθώς στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα, δεν θα αργήσει ο χρόνος που η κοινωνική δυσαρέσκεια θα βρει την πολιτική της έκφραση. Τότε η πραγματικότητα ενδέχεται να αποδομήσει τα εκβιαστικά διλήμματα της δήθεν σταθερότητας.






