Το ζήτημα της αδιευκρίνιστης ψήφου είναι ένα από τα σημαντικότερα μεθοδολογικά προβλήματα των σύγχρονων δημοσκοπήσεων εκτίμησης της πρόθεσης ψήφου, καθώς τα ποσοστά της παρουσιάζουν ειδικά σε μη προεκλογικές περιόδους σημαντική αύξηση. Υπάρχουν περιπτώσεις ερευνών στις οποίες η ψήφος αυτή μοιράζεται στα ποσοστά των κομμάτων, αλλά και περιπτώσεις στις οποίες η αδιευκρίνιστη ψήφος δεν υπολογίζεται, καθώς θεωρείται ελλείπουσα τιμή (missing value). Και οι δύο μεθοδολογικές περιπτώσεις εμφανίζουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα καθιστώντας την πρόβλεψη της τελικής απόφασης μια εξαιρετικά δύσκολη αν όχι ανέφικτη υπόθεση (Παναγιωτίδου, 2025).

Πέρα από τα μεθοδολογικά – υπολογιστικά ζητήματα έχει αναπτυχθεί μια σειρά θεωριών στο πεδίο της εκλογικής συμπεριφοράς που επιχειρούν να εξηγήσουν και να κατανοήσουν το φαινόμενο και τις πολιτικές προεκτάσεις της αδιευκρίνιστης ψήφου.

Σύμφωνα με τη θεωρία Noelle-Newman για την άρνηση απάντησης στην πρόθεση ψήφου, αναπτύσσεται ένα «σπιράλ σιωπής» από ψηφοφόρους των μη δημοφιλών ή πιο περιθωριοποιημένων κομματικών σχηματισμών.

Σε ορισμένα χρονικά σημεία μη δημοφιλές μπορεί να είναι και ένα μεγάλο κόμμα – κυβερνητικό, του οποίου οι εφαρμοζόμενες πολιτικές είναι πιθανό να αποδοκιμάζονται χωρίς, ωστόσο, να μεταβάλλεται η τελική επιλογή. Οι θεωρητικές αυτές προσεγγίσεις προηγούμενων δεκαετιών εστίαζαν στη στρέβλωση που προκαλούσε αυτή η ενσυνείδητη σιωπή υπέρ των μεγαλύτερων κομμάτων, γεγονός που επηρέαζε τους ταλαντευόμενους ψηφοφόρους, προκαλώντας το σύνδρομο του «προπορευόμενου βαγονιού» (Bandwagon effect) παρασύροντάς τους να ψηφίσουν κόμματα που βρίσκονται ψηλά στους πίνακες των δημοσκοπήσεων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, άλλοι ερευνητές υποστήριξαν ότι τα δημοσκοπικά αποτελέσματα μπορούν να λειτουργήσουν διαμετρικά αντίθετα, παρακινώντας ψηφοφόρους να στηρίξουν μικρά κόμματα από αντίδραση (Underdog effect, Boni, Mayer & Burnier).

Στη σημερινή εκλογική πραγματικότητα η άνοδος του αντισυστημισμού ως συνολική πολιτική συμπεριφορά θεωρώ ότι ενισχύει τα μικρότερα ή τα λιγότερο παραδοσιακά κόμματα έναντι των κατεστημένων κομμάτων που συνήθως βρίσκονται στην κυβέρνηση και υφίστανται τη φθορά των επιλογών τους.

Η εκτεταμένη χρήση και παρουσίαση των πολιτικών ερευνών σήμερα λειτουργούν και ως ένα μέσο πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, με τους πολίτες να βρίσκουν την ευκαιρία μέσω των δημοσκοπήσεων να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια ή την απογοήτευσή τους για κάποιες κυβερνητικές επιλογές. Ταυτόχρονα λειτουργούν τροχιοδεικτικά προς την αντιπολίτευση σχετικά με τον προσανατολισμό και την κατεύθυνση που επιθυμούν. Πρόκειται για την πολιτική χρήση των δημοσκοπήσεων από την πλευρά των πολιτών που πρέπει κι αυτή να λαμβάνεται υπόψη.

Ενα άλλο κομβικό ζήτημα είναι αν οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι συμπεριφέρονται τελικά όπως και ο υπόλοιπος δειγματοληπτικός πληθυσμός ή αν η εκλογική τους συμπεριφορά διαφέρει από αυτή της πλειοψηφίας.

Τα συμπεράσματα

Τα αποτελέσματα μια έρευνας δεν μπορούν σίγουρα να στοιχειοθετήσουν μια ολοκληρωμένη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, η παρουσίαση ωστόσο ορισμένων δεδομένων από την τελευταία μέτρηση της GPO σε τοποθετήσεις πέραν της πρόθεσης ψήφου αποτελεί ένα παράδειγμα από το οποίο μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Συγκεκριμένα:

Στην ερώτηση αξιολόγησης του κυβερνητικού έργου οι θετικές και μάλλον θετικές απαντήσεις του συνόλου καταγράφονται στο 27,2%. Η αντίστοιχη τιμή στους αναποφάσιστους ψηφοφόρους που έχουν θετική γνώμη για την κυβέρνηση είναι 9,9%. Το νούμερο αυτό υπολείπεται κατά πολύ του γενικού ποσοστού, την ίδια στιγμή όμως είναι εύλογο κάποιος να σκεφτεί ότι αυτή είναι μία δεξαμενή την οποία μπορεί να διεκδικήσει η ΝΔ.

Οι διαφορές εμφανίζουν ακόμη μεγαλύτερη απόκλιση στην ερώτηση για το αν οι πολίτες θα ήθελαν μετά τις επόμενες εκλογές η ΝΔ να συνεχίσει να είναι κυβέρνηση και ο Κ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός ή επιθυμούν να εκλεγεί μια άλλη κυβέρνηση. Εδώ υπέρ της σημερινής κυβέρνησης τάσσεται το 26,6% του συνόλου, με το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των αναποφάσιστων να πέφτει στο 5,7%. Και εδώ υπάρχουν δύο αναγνώσεις. Υπέρ της αυτοδύναμης κυβέρνησης τάσσεται το 48,1% του συνόλου και το 32,4% των αναποφάσιστων που πλειοψηφικά με 60,2% τοποθετούνται υπέρ της κυβέρνησης συνεργασίας. Από τα παραπάνω στοιχεία είναι εμφανές ότι υπάρχει στη δεξαμενή των αναποφάσιστων μια διαφορετική προσέγγιση σε μια σειρά ζητημάτων που κι αυτή όμως από μόνη της δεν είναι ικανή να προσδιορίσει με ακρίβεια τις πολιτικές επιλογές που θα παρουσιάζουν έως και την ημέρα των εκλογών έντονη μεταβλητότητα.

Η κομματική προέλευση

Στο παρελθόν η κομματική προέλευση ήταν ένα στοιχείο που βοηθούσε τους ερευνητές στην κατανόηση και την πρόβλεψη της εκλογικής τοποθέτησης καθώς οι κομματικές επιλογές ήταν πολύ πιο σταθερές και δύσκολο να μεταβληθούν. Στη σημερινή εποχή η υποχώρηση των κομματικών στεγανών περιορίζει την ισχύ του συγκεκριμένου παράγοντα, συνεχίζει όμως να επιτρέπει στους  πολιτικούς φορείς να σχεδιάζουν τις προεκλογικές τους στρατηγικές λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό και τη σύνθεση ψηφοφόρων που έχουν επιλέξει ένα συγκεκριμένο κόμμα στο παρελθόν και ως εκ τούτου θεωρούνται από τα κομματικά επιτελεία πιο εύκολο να προσεγγιστούν.

Με βάση και πάλι τα τελευταία δημοσκοπικά δεδομένα, οι μεγαλύτερες δεξαμενές από όπου προέρχονται σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2024 οι σημερινοί αναποφάσιστοι εντοπίζονται στον ΣΥΡΙΖΑ με 21,7%, στη ΝΔ με 15% και στο ΠΑΣΟΚ με 11,6%, ενώ υψηλό, 23,3%, καταγράφεται και το ποσοστό όσων είχαν ψηφίσει κάποιο σχηματισμό που δεν κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή.

Ο Αντώνης Παπαργύρης είναι διευθυντής Ερευνών GPO

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000