Ο πρώτος όροφος στο Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ είχε επιτέλους αδειάσει από φώτα, κάμερες και δημοσιογραφικά πηγαδάκια. Υστερα από ώρες συνεντεύξεων, γυρισμάτων κι ασταμάτητων φωτογραφιών για την press day της Γιουροβίζιον, ο Ακύλας βρήκε για πρώτη φορά λίγα λεπτά ησυχίας στην καντίνα του κτιρίου. Στο διπλανό τραπέζι, καθισμένοι, ο Φωκάς Ευαγγελινός, οι συνεργάτες του από τη δισκογραφική εταιρεία Minos, οι φίλοι του και τα στελέχη της δημόσιας τηλεόρασης συζητούσαν για τις τελευταίες εκκρεμότητες του προγράμματός του, πριν αναχωρήσουν για τη Βιέννη.
Ο ίδιος, σχεδόν άυπνος αφού το προηγούμενο βράδυ είχε επιστρέψει από το ευρωπαϊκό promo tour και με την ένταση μιας ημέρας με τον Τύπο, είναι εμφανώς κουρασμένος. Ομως, όταν παίρνει θέση απέναντί μου, φοράει αμέσως ένα αυθεντικό χαμόγελο στο πρόσωπό του και ξαναβρίσκει την καλή του διάθεση, αυτή που σε κάνει να καταλάβεις αμέσως γιατί όλοι μιλούν για εκείνον στη φετινή διοργάνωση. Ο φετινός εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Γιουροβίζιον, με το viral πλέον τραγούδι του «Ferto», κουβαλά για τα καλά ήδη πάνω του τον παλμό μιας συμμετοχής που έχει συζητηθεί πριν καν παρουσιαστεί επίσημα στην Ευρώπη.
«Νιώθω ανυπομονησία να έρθει η στιγμή που θ’ ανέβω στη σκηνή της Γιουροβίζιον. Γιατί είναι σαν να διαβάζω για τις Πανελλαδικές και σε λίγο καιρό έρχεται η μέρα που θα δώσω εξετάσεις. Φοβάμαι μην πάθω “σεντόνι”. Η αγάπη του κόσμου και η ατάκα “φέρ’ το μας, Ακύλα” που ακούω διαρκώς με κάνουν να νιώθω πολύ χαρούμενος που όλοι αυτοί πιστεύουν τόσο πολύ σε μένα. Από την άλλη, όμως, μου δημιουργούν μια πίεση κι ένα άγχος. Φοβάμαι μην τους απογοητεύσω γιατί υπάρχει ένα τόσο μεγάλο hype αυτή τη στιγμή κι αν ξαφνικά πάει κάτι λάθος, νιώθω ότι θα με λιθοβολήσουν στο Σύνταγμα», μου λέει ενώ ανοίγει το φαγητοδοχείο με το κοτόπουλο και τις πατάτες που του είχαν αφήσει μπροστά του λίγο νωρίτερα οι άνθρωποι της ΕΡΤ. «Εχουμε όμως προετοιμαστεί πάρα πολύ καλά. Κάνω πρόβες διαρκώς», συνεχίζει.
Με την εβδομάδα της Γιουροβίζιον να πλησιάζει, το πρόγραμμά του είναι πλέον ασφυκτικά γεμάτο με όλες τις προετοιμασίες για την εμφάνισή του εκεί. Αυτές τις μέρες είναι σαν να ζει αποκλειστικά για τη σκηνή και τις βραδιές του ημιτελικού και μακάρι του τελικού. «Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία, έμαθα τις αντοχές μου. Δεν ήξερα ότι μπορώ να βγάλω εις πέρας όλο αυτό το πρόγραμμα. Γιατί παράλληλα με το τρέξιμο για τη Γιουροβίζιον, που είναι ούτως ή άλλως μια δύσκολη διαδικασία, τελείωσα το άλμπουμ μου, ετοιμάζω την περιοδεία μου, έχω βρει τους συνεργάτες μου. Πραγματικά έχω εντυπωσιαστεί με τις αντοχές μου και πώς έχω ανταποκριθεί. Ελπίζω να βρω έστω λίγο χρόνο πριν φύγουμε να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ ένα βράδυ. Γιατί η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι αν υπάρχει χρόνος, θα κοιμηθώ λίγες ώρες μόνο γιατί το μυαλό μου δεν μ’ αφήνει να ηρεμήσω. Είναι τόσο πολλά τα πράγματα που συμβαίνουν.
Τα ταξίδια, ο κόσμος, ο ενθουσιασμός. Είναι μαγικό, σαν όνειρο, κι ακόμα κι αν γκρινιάζω ότι δεν έχω κοιμηθεί αρκετά, νιώθω αχάριστος. Είναι τόσο μεγάλο και σπουδαίο όλο αυτό, που την αξίζει την κούραση. Ας κοιμηθώ το καλοκαίρι ξανά», μου λέει και ξεσπάει σε γέλια.
Η αναγνωρισιμότητα
Ενώ μιλάει, το σκουφάκι με τα αφτιά γάτας που έχει γίνει σήμα κατατεθέν του από τον ελληνικό τελικό, χαμηλώνει στο κεφάλι του. Τα μάτια του κρύβουν μαύρα γυαλιά, η μπλούζα και η βερμούδα του είναι σφραγισμένες με το πορτοκαλί ferto ως logo, ασορτί με τις γούνινες μπότες του.
Δεν βγαίνει καθόλου από το πλαίσιο που του ορίζει ο σκηνικός χαρακτήρας που έχει φτιάξει με το τραγούδι του. Ομως, ακόμα και καθισμένος, σκαλίζοντας το φαγητό του, μοιάζει σαν να τραβάει πάνω του έναν μικρό ανεμοστρόβιλο. Οσο η ένταση της περιδίνησής του μεγαλώνει και τα βλέμματα που στρέφονται πάνω του πολλαπλασιάζονται, τόσο η αναστάτωση που προκαλεί είναι ικανή να τον παρασύρει.
«Χρόνια προσπαθώ να γίνω γνωστός μέσω της μουσικής μου και τώρα που το κατάφερα, ξαφνικά, άρχισαν να με φοβίζουν πράγματα, αλλά δεν έχω τον χρόνο να κάτσω να τα αναλογιστώ. Αν το κάνω, με φοβίζει πάρα πολύ η αναγνωρισιμότητα που έχει έρθει. Πριν από το “Sing for Greece”, φάνταζε ονειρική σ’ ένα παιδάκι που ήθελε να γίνει ποπ σταρ. Αλλά η αλήθεια είναι πως δεν είναι όλα τα κομμάτια της ωραία. Με στενοχωρεί το ότι δεν θα μπορέσω να βγω σ’ ένα κλαμπ, να είμαι εντελώς ήσυχος, να πιω τα ποτά μου, να χορέψω, να φλερτάρω με όποιον θέλω. Να κάνω ό,τι θέλω δηλαδή. Από την άλλη, όμως, έχω κερδίσει τόσο πολλά πράγματα από αυτό, που λέω ότι γλέντησα αρκετά και τώρα είναι η ώρα να δοκιμάσω κάτι άλλο», επιμένει.
Μια μικρή γεύση από αυτή την αναγνωσιμότητα που πλέον τον καταδιώκει, την είχα πάρει νωρίτερα βλέποντάς τον, στον δρόμο για την καντίνα, να σταματάει για σέλφι με όλους όσοι του το ζητούσαν, ανταλλάσσοντας ταυτόχρονα λίγες κουβέντες μαζί τους, χωρίς ποτέ όμως να χάνει τον στόχο του. Σαν τον χαρακτήρα του videogame που δεν σταματάει την πορεία του κι εμπνεύστηκε για την εμφάνισή του στη Γιουροβίζιον. «Μέσα εκεί υπάρχει ο αληθινός μου εαυτός, αλλά ο χαρακτήρας είναι πιο δυνατός από μένα. Δεν έχει τόσες φοβίες.
Δεν έχει τόση αυτοαμφισβήτηση ή τόσο σκοτεινές μέρες. Είναι ο Σούπερ Ακύλας, ο οποίος πάει να τερματίσει την πίστα. Θα ήθελα να έχω στοιχεία του. Ηδη μου δίνει ενέργεια για να τα καταφέρω. Το alter ego του Ακύλα με βοηθάει να υπάρχω, να στέκομαι στα πόδια μου και να συνεχίζω να κάνω όλα αυτά που κάνω. Κι εννοείται πως με εμπνέει», παραδέχεται.
Αυτό που σίγουρα επίσης τον εμπνέει είναι η εμπειρία του από τη ζωή του, που δεν ήταν πάντα ρόδινη. Μέσα στο «Ferto» έκρυψε κομμάτια, στιγμές που τον πλήγωσαν, τον άλλαξαν, τον πείσμωσαν. Κάθε στίχος μοιάζει με αποτύπωμα, κάθε φράση με ανάσα που κουβαλάει κάτι δικό του, δοσμένο όμως μ’ έναν παιχνιδιάρικο τρόπο, μα ταυτόχρονα κοφτερό. «Το “Ferto” είναι σίγουρα σαρκασμός. Φτάνει σε σημείο ο χαρακτήρας που παραδίνεται σε μια τρέλα και ζητάει πράγματα. Αλλά μιλάει για τ’ απωθημένα μας. Είναι “φέρ’ το” επειδή δεν το είχα ποτέ ως παιδί», μου λέει και ξαφνικά αλλάζει ο τόνος της φωνής του και γίνεται λίγο πιο μελαγχολικός. «Από όλα αυτά που ζητάει ο χαρακτήρας μου το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να έχω είναι ένα σπίτι για να μην υπάρχει αυτό το άγχος τού πώς θα πληρώσω το ενοίκιό μου με τον μισθό. Το πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι να έχω μια σίγουρη στέγη πάνω από το κεφάλι μου στην Αθήνα για να κάνω τη μουσική μου», συμπληρώνει.
Η γενιά της κρίσης
Με το «Ferto» τον βλέπω σαν να πετάει ένα μπουκάλι στη θάλασσα, γεμάτο από όλα όσα θέλει να πει και δεν τόλμησε ποτέ. Οσο το τραγούδι του ταξιδεύει, κανείς δεν ξέρει τι θα του επιστρέψει. Ειδικά, όταν αυτό γίνεται ενώπιον εκατομμυρίων τηλεθεατών.
Κι ο ίδιος δεν το αρνείται όταν του το αναφέρω. «Το κομμάτι αυτό μιλάει για μια ολόκληρη γενιά που βίωσε την οικονομική κρίση. Αυτό έγινε σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στην Ελλάδα το βιώσαμε λίγο πιο σκληρά, αλλά νομίζω ότι υπάρχει κόσμος που θα ταυτιστεί ακούγοντάς το σε όλες τις χώρες. Είναι σημαντικά τα μηνύματα που περνάω μέσα από το τραγούδι. Προσπαθώ να λέω την ιστορία μου γιατί είναι βγαλμένη από παραμύθι. Πριν από τρεις μήνες έπαιζα μουσική στην Καπνικαρέα και τώρα εκπροσωπώ την Ελλάδα στη Γιουροβίζιον. Πραγματικά ελπίζω να βοηθήσω παιδιά να πιστέψουν στον εαυτό τους. Να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Νιώθω ότι ήδη το έχω κάνει γιατί λαμβάνω τέτοια μηνύματα και με χαροποιεί πολύ αυτό και με συγκινεί», συμπληρώνει και ξαναβρίσκει τη ζωντάνια του.
Το ρολόι μετράει ήδη αντίστροφα για τη λήξη της κουβέντας μας, αλλά μ’ έχουν γοητεύσει τόσο πολύ η αύρα του Ακύλα και το πνεύμα του, που δεν το αντιλαμβάνομαι. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά όταν μιλώντας για όσα έχει καταφέρει ξετυλίγει ένα πραγματικό success story που γράφτηκε σχεδόν κόντρα στον άνεμο.
Από τη μικρή, σκόρπια αρχή στο Μουσικό Γυμνάσιο και Λύκειο των Σερρών, όπου έπαιρνε το βάπτισμα του πυρός κάτω από τα φώτα, μέχρι τη μεγάλη ευρωπαϊκή σκηνή, κάθε του βήμα δείχνει να χτίστηκε με πείσμα, τύχη και μια δόση απαραίτητης τρέλας. Μια διαδρομή που πέρασε μέσα από πολλά κύματα, αλλά τον έφερε τελικά στο λιμάνι του.
«Ορθιο στα δύσκολα με κράτησαν σίγουρα οι φίλοι μου. Ηταν πάντα εκεί στις δύσκολες και μαύρες μέρες μου. Ζω κιόλας μαζί τους. Ζω σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια με τέσσερα άτομα που στα δύσκολα είναι πάντα εκεί να με συνεφέρουν. Κάτι μέσα μου μού έλεγε να μην τα παρατήσω και να κάνω λίγο ακόμα υπομονή.
Οταν δούλευα στο κρουαζιερόπλοιο και είχα αποφασίσει ότι θέλω να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα για να προσπαθήσω να κάνω την καριέρα μου στη μουσική, είχα γράψει σ’ ένα χαρτάκι ότι θα μου δώσω τρία χρόνια. Να δω αν μπορώ να τα καταφέρω και μετά θα το τελείωνα. Δεν γινόταν να είμαι φτωχός πάντα. Είχα άλλωστε και την εναλλακτική της μαγειρικής που είχα σπουδάσει και θα μπορούσα να πάω σε μια σκανδιναβική χώρα για να γίνω σεφ και να ζήσω εκεί τη ζωή μου. Είχα σημειώσει εκεί λοιπόν 2025, 2026 και 2027. Μπορεί να ήταν ένα manifest αυτό το χαρτάκι, αλλά με έφερε εδώ τώρα», καταλήγει, ενώ οι συνεργάτες του από το διπλανό τραπέζι γνέφουν πως πρέπει να φύγουν. Τον περιμένει τον Ακύλα ένας ολόκληρος κόσμος που πρέπει ακόμα να κατακτήσει, μετά την Ελλάδα. Με τις ευχές μας!






