Έχετε ποτέ την αίσθηση ότι ένα τραγούδι που ακούτε σάς φαίνεται περίεργα γνώριμο, σαν να θυμίζει κάποιο άλλο που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες; Αν νιώθετε ότι αυτό συμβαίνει όλο και πιο συχνά, δεν κάνετε λάθος. Η επιστήμη επιβεβαιώνει την αίσθησή σας. Μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η δυτική μουσική όχι μόνο αρχίζει να ακούγεται πιο όμοια, αλλά γίνεται και λιγότερο δομικά πολύπλοκη σε σχέση με το παρελθόν.
Η ερευνητική ομάδα από την Ιταλία εξέτασε περισσότερα από 20.000 μουσικά έργα, εντοπίζοντας μοτίβα από τις συνθέσεις του 17ου αιώνα έως τη σύγχρονη εποχή, φτάνοντας μέχρι το 2021.
Τα έργα που γράφτηκαν πριν από 400 χρόνια, ειδικά της κλασικής περιόδου, παρουσιάζουν υψηλότερη «σταθμισμένη αποδοτικότητα». Με απλά λόγια, η μουσική εκείνης της εποχής δεν βασιζόταν στα ίδια επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αλλά εξερευνούσε ευρύτερες συνδυαστικές διαδρομές νοτών, προσδίδοντας μεγαλύτερη ποικιλία και πλούτο στη δομή.
Αντίθετα, τα σύγχρονα είδη όπως η ποπ, η ροκ, η ηλεκτρονική και η χιπ χοπ –ακόμη και η σύγχρονη κλασική μουσική και η τζαζ– εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές αποδοτικότητας. Βασίζονται περισσότερο σε επαναλαμβανόμενες μεταβάσεις, με πιο απλοποιημένα μελωδικά και αρμονικά μονοπάτια.
Τα μοντέρνα είδη παρουσιάζουν επίσης υψηλή «αμοιβαιότητα», δηλαδή γρήγορες και επαναλαμβανόμενες μετακινήσεις ανάμεσα στα ίδια ζεύγη νοτών, όπως η μετάβαση από το Ντο στο Σολ και η άμεση επιστροφή. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Scientific Reports.
Η χαρτογράφηση των μουσικών διαδρομών
Η μουσική ανέκαθεν διαμορφωνόταν από την κουλτούρα, τα συναισθήματα και τις κοινωνικές αλλαγές κάθε εποχής. Παράλληλα, λειτουργούσε και ως καθρέφτης πολιτικών και τεχνολογικών εξελίξεων.
Πριν από την εμφάνιση της ηχογράφησης, η μουσική ήταν αποκλειστικά ζωντανή και συλλογική εμπειρία, δεμένη με τον χρόνο, τον τόπο και τις δεξιότητες των εκτελεστών.
Οι νέες τεχνολογίες κατέρριψαν αυτά τα όρια. Από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι δίσκοι βινυλίου και οι κασέτες έφεραν τη μουσική στα χέρια του κοινού, διευρύνοντας τόσο το ακροατήριο όσο και τους δημιουργούς.
Οι ερευνητές θέλησαν να κατανοήσουν πώς αυτές οι αλλαγές επηρέασαν τη μουσική στο πέρασμα των αιώνων. Αντί να βασιστούν αποκλειστικά στην ακρόαση, στράφηκαν στην επιστήμη των δικτύων, αντιμετωπίζοντας κάθε μουσικό έργο ως έναν ψηφιακό χάρτη που αποτυπώνει τις διαδρομές μεταξύ των νοτών.
Για τον σκοπό αυτό, συνέλεξαν ένα τεράστιο σύνολο δεδομένων από ψηφιακά μουσικά αρχεία (MIDI), τα οποία δεν περιέχουν ήχο αλλά καταγραφές των νοτών, της διάρκειας και του ρυθμού τους.
Κάθε έργο αναλύθηκε με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους. Οι μοναδικές νότες αποτυπώθηκαν ως κόμβοι σε έναν χάρτη, ενώ οι μεταβάσεις μεταξύ τους ως γραμμές που συνδέουν τους κόμβους.
Καταγράφηκε επίσης το «βάρος» κάθε μετάβασης, δηλαδή πόσες φορές επαναλαμβάνεται. Όσο πιο συχνά μια σύνθεση περνά, για παράδειγμα, από το Ντο στο Σολ, τόσο πιο «παχύ» γίνεται το αντίστοιχο μονοπάτι.
Εφαρμόζοντας μαθηματικούς τύπους, οι επιστήμονες μέτρησαν την πολυπλοκότητα, την ποικιλία, την απροσδόκητη εξέλιξη αλλά και την επαναληπτικότητα των μελωδιών και των αρμονιών.
Τα αποτελέσματα δείχνουν μια σαφή μετατόπιση. Η σύγχρονη μουσική βασίζεται σε μικρότερο αριθμό επαναλαμβανόμενων μεταβάσεων, με αποτέλεσμα οι μελωδίες και οι αρμονίες να είναι λιγότερο περίπλοκες. Κάθε είδος μουσικής έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, όμως με το πέρασμα του χρόνου οι διαφορές αρχίζουν να αμβλύνονται.
Αυτό οδηγεί σε μια αυξανόμενη ομογενοποίηση των ήχων, όπου τα μουσικά είδη χάνουν σταδιακά τη μοναδικότητά τους. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η περίοδος 1950–1979 αποτέλεσε σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην πολυπλοκότητα του παρελθόντος και την απλότητα της σύγχρονης εποχής.
Όπως υποστηρίζουν, ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε σήμερα τη μουσική –μέσω streaming πλατφορμών και αλγορίθμων κοινωνικών δικτύων– ενδέχεται να ενισχύει αυτή την τάση. Η προτίμηση σε πιο απλά και προβλέψιμα κομμάτια, εύκολα προσβάσιμα σε ευρύτερο κοινό, φαίνεται να διαμορφώνει όχι μόνο τις ακουστικές μας συνήθειες αλλά και το μέλλον της μουσικής δημιουργίας.






