Στην Ελλάδα η διαφθορά είναι συστημική δηλώνει στη συνέντευξή της στα «ΝΕΑ» η Αλίνα Μουνγκίου-Πιπίντι, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνας για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς και την Οικοδόμηση Κράτους (ERCAS) και καθηγήτρια Συγκριτικής Δημόσιας Πολιτικής στο LUISS Guido Carli στη Ρώμη.
Η πολιτική επιστήμονας και συγγραφέας βιβλίων για τη διαφθορά, όπως «Το βάρος της Ευρώπης: Αλλαγή της καλής διακυβέρνησης πέρα από τα σύνορα», μιλάει επίσης για τη συμπατριώτισσά της, Λάουρα Κοβέσι, την οποία γνωρίζει από την εποχή που ήταν γενική εισαγγελέας στη Ρουμανία, «όταν ήμασταν σύμμαχοι» σημειώνει.
Ξεκινήσαμε τη συζήτηση από τη διαφθορά στην Ελλάδα. «Εχουμε εργαλεία με τα οποία παρακολουθούμε τον κίνδυνο διαφθοράς, βάσει στοιχείων. Στις δημόσιες συμβάσεις έχουμε το εργαλείο που ονομάζεται μεμονωμένες προσφορές, όπου σε μια προσφορά που είναι νομικά ανταγωνιστική και διαφημίζεται ως διαγωνισμός, εμφανίζεται μόνο ένας προσφέρων.
Είναι γνωστό ποιος θα κερδίσει
Στην ανάλυσή μας εδώ και πολλά χρόνια, η οποία υιοθετείται από την Κομισιόν στον πίνακα αποτελεσμάτων των δημόσιων συμβάσεων και αποτελεί τον πιο σημαντικό δείκτη συμβάσεων σε μια χώρα, η Ελλάδα έχει 30% περισσότερες μεμονωμένες προσφορές από ό,τι πριν από 14 χρόνια. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 28%. Η Ελλάδα είναι πολύ πιο πάνω, σχεδόν στο 50%, ενώ το 2011 ήταν σχεδόν 20%. Δύο στους 5 διαγωνισμούς δίνονται ανοιχτά βάσει κυβερνητικής ευνοιοκρατίας. Οι μηχανισμοί είναι ποικίλοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι όροι αναφοράς διαμορφώνονται για να ευνοήσουν έναν πλειοδότη. Στις περισσότερες ωστόσο είναι γνωστό ποιος θα κερδίσει και εμφανίζεται μόνο ένας πλειοδότης. Μου έκανε εντύπωση ότι στην Ελλάδα η τάση εξέλιξης είναι αρνητική. Δεν με εκπλήσσει αυτό που συμβαίνει με τα γεωργικά κονδύλια» λέει η ειδικός στη διαφθορά.
Τη ρωτάμε πώς βλέπει τον ρόλο της Κοβέσι στην πάταξη της διαφθοράς στη χώρα μας, αλλά και τις επιθέσεις που έχει δεχθεί. «Η Κοβέσι έμαθε το μάθημα από την ιταλική Mani Pulite. Το εφάρμοσε στην καταπολέμηση της διαφθοράς στη Ρουμανία. Εφαρμόζει τα ίδια μαθήματα και στις Βρυξέλλες. Το μάθημα είναι ότι “εσείς είστε περισσότερο υποστηρικτές της χρηστής διακυβέρνησης από εισαγγελείς. Δίνετε οδηγίες συμπεριφοράς”. Δεν νομίζω ότι είναι ούτε στο ελάχιστο φοβισμένη. Είχε πολλές τέτοιες αντιδράσεις στη Ρουμανία. Είναι αναμενόμενο να υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις σε διεφθαρμένες χώρες».
Την περασμένη εβδομάδα η Κοβέσι χαρακτήρισε τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως το «ακρωνύμιο της διαφθοράς, του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων» επισημαίνουμε στη συνομιλήτριά μας. «Εχει δίκιο. Πρόκειται για συστημική κατάσταση στην Ελλάδα. Ακουσα κάποιους να σχολιάζουν το γεγονός ότι η Κοβέσι είναι Ρουμάνα. Η συστημική διαφθορά στη Ρουμανία δεν διαφέρει από τη συστημική διαφθορά στην Ελλάδα. Οταν υπάρχει ευκαιρία και οι περιορισμοί είναι χαμηλοί υπάρχει συστημική διαφθορά. Δεν αφορά μερικά άτομα που δωροδοκούνται. Πρόκειται για μια πολύ περίπλοκη σχέση αμοιβαιότητας, όπου ο πελατειακός προσανατολισμός δομείται βάσει κομματικών γραμμών και τα κόμματα και οι αρχηγοί κρατών υπερασπίζονται τους ανθρώπους που εμπλέκονται, επειδή έτσι υπερασπίζονται τους “πιστούς” που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του κόμματος, και έτσι εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση» επεξηγεί, επισημαίνοντας ότι αυτή η δομή δεν υπάρχει στη Σκανδιναβία, αλλά υπάρχει σε άλλες χώρες, στη Γαλλία, στην Ιταλία.
Συστημικό βλέπει και το ζήτημα της άρσης ασυλίας των βουλευτών στην Ελλάδα. «Είναι ένα ζήτημα ετών. Η GRECO (όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης) που παρακολουθεί τα πρότυπα κατά της διαφθοράς, παραπονέθηκε ότι το ελληνικό κοινοβούλιο δεν χορηγεί αιτήματα ασυλίας πριν από 25 χρόνια. Είναι ο Νο 1 δείκτης που δείχνει αν μια χώρα είναι σε θέση να χειριστεί ένα ζήτημα διαφθοράς. Δεν είναι απαραίτητο ότι τα άτομα για τα οποία αίρεται η ασυλία είναι διεφθαρμένα. Αλλά αν μια χώρα θέλει να λύσει το πρόβλημα της διαφθοράς οι βουλευτές δεν είναι υπεράνω του νόμου. Η Ελλάδα ήταν πάντα μια αρνητική εξαίρεση στην Ευρώπη». Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ με την πίεση της Κοβέσι έγινε, της λέμε. «Το πιο τραγικό για την Ελλάδα είναι ότι χρειάζεται ξένους να την αστυνομεύσουν. Μετά παραπονιούνται ότι είναι ξένοι. Είναι ένας φαύλος κύκλος» επισημαίνει.
Περνάμε τη συζήτηση στο ζήτημα ανανέωσης της θητείας των ευρωπαίων εισαγγελέων. «Ελπίζω ότι η Ελλάδα θα ανανεώσει τη θητεία των εισαγγελέων, διαφορετικά, θα δώσει ένα μήνυμα ότι θέλει να σταματήσει την έρευνα. Μπορείς να διαταράξεις μια έρευνα αν αντικαταστήσεις έναν εισαγγελέα που τη γνωρίζει. Δεν θα ήταν καλό».
«Θα είχε η EPPO κερδίσει σεβασμό και σημειώσει επιτυχία αν δεν ήταν επικεφαλής η Κοβέσι;», τη ρωτάμε. «Η Κοβέσι δεν είχε ισχυρούς ανταγωνιστές για τη θέση. Κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί με την εμπειρία της. Τώρα, ο διάδοχός της (Αντρες Ρίτερ) εργάστηκε στην EPPO, οπότε απέκτησε επαρκή εμπειρία. Ηταν ήδη μια πολύ αγαπητή προσωπικότητα των μέσων ενημέρωσης και τη βοήθησε να νιώσει ότι υπάρχει δημόσια υποστήριξη. Γνωρίζει καλά ότι υπάρχει και ένας επικοινωνιακός ρόλος και τον παίζει σωστά. Εδωσε ένα παράδειγμα για το πώς πρέπει να λειτουργούν αυτοί οι θεσμοί. Ο θεσμός της EPPO αυτός καθαυτός είναι αδύναμος, καθώς οι υποθέσεις καταλήγουν στο εθνικό δικαστήριο, αλλά όπως είδαμε σε ορισμένες χώρες, υποθέσεις δεν θα είχαν καν φτάσει στο δικαστήριο».
Επανέρχεται στην υπόθεση Mani Pulite. «Εθεσε πάνω από 1.000 πολιτικούς σε προληπτική κράτηση, αλλά ούτε 200 καταδικάστηκαν. Ηταν όμως, αρκετό για να γυρίσει σελίδα η Ιταλία. Δεν μπορείς να τους βάλεις όλους στη φυλακή όταν έχεις μια κατάσταση συστημικής διαφθοράς, αλλά θέλεις να στείλεις το μήνυμα ότι μια σελίδα γύρισε».
Μπορεί η Ελλάδα να γυρίσει σελίδα χάρη στον ΟΠΕΚΕΠΕ και την Κοβέσι; «Δεν είμαι αισιόδοξη. Η σελίδα θα γυρίσει όταν θα υπάρχει επαρκής ελληνική κοινωνία των πολιτών που δεν μπορεί να κοιμηθεί λόγω της διαφθοράς. Η Ελλάδα είναι πολύ αδύναμη από αυτή την άποψη. Χώρες που είναι καθαρές, όπου υπάρχει ακεραιότητα και ηθική οικουμενικότητα, είναι λίγες. Δεν έγιναν επειδή τους ώθησαν εξωτερικοί παράγοντες, αλλά επειδή το ήθελαν οι ντόπιοι. Οι Ελληνες πρέπει να αναρωτηθούν “Γιατί δεν το κάνουμε μόνοι μας;”. Η Κοβέσι γνωρίζει πολύ καλά ότι η δίωξη δεν μπορεί να τα χειριστεί όλα, αλλά πρέπει να ασκηθεί για να δοθεί ένα παράδειγμα ότι δεν είναι μια κουλτούρα ατιμωρησίας».
Τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά η Κοβέσι; «Εκανε ό,τι έπρεπε να κάνει, συμπεριλαμβανομένου τού να τους ντροπιάσει, επειδή αυτό αποτελεί μέρος της άσκησης αποτροπής στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Ο OLAF θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα. Γνωρίζουν τα στοιχεία. Βλέπουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε λάθος δρόμο. Οι εισαγγελείς είναι οι τελευταίοι στη σειρά παρέμβασης. Παρεμβαίνουν μόνο όταν κάποιος υποβάλει καταγγελία».






