Πάνε 30 χρόνια από τότε που ο Ολυμπιακός ανεβαίνει στον ευρωπαϊκό θρόνο του Μπάσκετ. Ο θρυλικός Παναγιώτης Φασούλας θυμάται στιγμές του τότε. Συμπαίκτες, Ίβκοβιτς, κόσμος του Ολυμπιακού και όχι μόνο…

Κι’ όμως, έχουν περάσει 29 χρόνια. Σχεδόν μία 30ετία. Από το έπος της Ρώμης. Από έναν μπασκετικό θρίαμβο, που όμοιό του δεν υπήρξε στον Ολυμπιακό. Κάτι που ήταν να συμβεί το 1994, πήρε… παράταση τριών ετών. Το Τελ Αβίβ δεν ήταν το γούρικο. Ήταν, όμως, η Ιταλία και η πρωτεύουσα αυτής. Πάνω στην ημέρα, σαν σήμερα, στις 24 Απριλίου του 1997, ο Ολυμπιακός κατέκτησε τον πρώτο του ευρωπαϊκό τίτλο στο Μπάσκετ, το Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Οι «ερυθρόλευκοι», με την παρουσία 8.000 και πλέον οπαδών τους, στο Final Four της Ρώμης και με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς στον πάγκο, κατάφεραν να γράψουν την πρώτη εποποιία στη Βίβλο της ιστορίας τους. Ο Παναθηναϊκός στους «8», η Ολίμπια Λιουμπλιάνας στα ημιτελικά και η Μπαρτσελόνα στον τελικό, δεν στάθηκαν ικανοί ή ικανές να ανακόψουν την προέλαση των παικτών του «Ντούντα» προς τον τίτλο.

Ο Παναγιώτης Φασούλας αποτέλεσε βασικό μέλος εκείνης της αρμάδας. Μιλά στο tanea.gr για όλα όσα συνέβησαν και χαρακτήριζαν τους «ερυθρόλευκους». Ο παλαίμαχος άσος του Ολυμπιακού ανασύρει μνήμες από το «χρονοντούλαπο» του παρελθόντος, περιγράφοντας στιγμές και συναισθήματα από τη μεγαλειώδη πορεία προς τον τίτλο. Ταυτόχρονα, αναφέρεται στο ανταγωνιστικό πνεύμα της ομάδας και στη συμβολή του κόσμου σε αυτό το κατόρθωμα.

Ο πρώην σέντερ των Πειραιωτών, του οποίου το όνομα έχει συνδεθεί με τη μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής καλαθοσφαίρισης, το Ευρωπαϊκό της Εθνικής το 1987, αγωνίστηκε σε ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό, κατακτώντας σημαντικούς τίτλους. 

Ποιο ήταν το μυστικό συστατικό της επιτυχίας εκείνης της ομάδας;

«Η συσπείρωση των παικτών μεταξύ τους. Ήταν μια ομάδα, η οποία είχε περάσει αρκετές δυσκολίες τα προηγούμενα χρόνια. Είχε πάρα πολύ μεγάλη στήριξη από τον κόσμο του Ολυμπιακού, λόγω της αναγέννησης της ομάδας από το 1992 και έπειτα. Ακόμη, το μπασκετικό τμήμα του Ολυμπιακού κράτησε συσπειρωμένο τον «ερυθρόλευκο» κόσμο, καθώς τότε το αντίστοιχο του ποδοσφαίρου διένυε πέτρινα χρόνια.

Μετά τον χαμένο τελικό του 1994 στο Τελ Αβίβ, που χαράχθηκε βαθιά στη μνήμη των φιλάθλων του συλλόγου, οι προσπάθειες και οι κόποι της πολύ καλής ομάδας που διέθετε τη δεκαετία του ’90 ο Ολυμπιακός ανταμείφθηκαν. Ο Ιωαννίδης είχε φύγει τότε. Υπήρχε τεράστια αμφισβήτηση σε ομάδα και παίκτες, αλλά το θέλαμε πολύ. Η ενότητα και η εμπιστοσύνη που μας διακατείχε ήταν άξιες θαυμασμού. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο κλίμα».

 

Πώς βιώσατε προσωπικά αυτή την πορεία, από την αρχή μέχρι τη στέψη;

«Με πολύ μεγάλο άγχος και πίεση, διότι τα προηγούμενα χρόνια, παρότι είχαμε πολύ καλή ομάδα, δεν καταφέραμε να πάρουμε τον τίτλο. Το 1994, για παράδειγμα, ήμασταν η κορυφαία ομάδα της Ευρώπης, καθώς το ρόστερ απαρτιζόταν από παίκτες όπως ο Τάρπλεϊ, ο Τάρλατς, ο Πάσπαλι και ανάμεσά τους και εγώ. Πήγα στον Ολυμπιακό με στόχο ένα δεύτερο ξεκίνημα στη ζωή μου και την επιθυμία να προσφέρω στον σύλλογο.

Ένιωθα ότι έπρεπε να κερδίσω οπωσδήποτε έναν ευρωπαϊκό τίτλο με τους ερυθρόλευκους και ευτυχώς, συνέβη. Χαίρομαι για το γεγονός ότι εκείνη η χρονιά σηματοδότησε την έναρξη της συλλογής ευρωπαϊκών τροπαίων για τον Ολυμπιακό».

Στα προημιτελικά βρεθήκατε – με μειονέκτημα έδρας – αντιμέτωποι με τον κάτοχο του τίτλου και τον αιώνιο αντίπαλο, τον Παναθηναϊκό. Τι κλίμα επικρατούσε στα αποδυτήρια πριν και μετά το τέλος των μεταξύ σας αναμετρήσεων;

«Η ιστορία αποδεικνύει ότι, όταν βρισκόμαστε σε ευρωπαϊκό αγώνα με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό, είμαστε πάντα οι νικητές. Τότε, ήταν ένα ρεκόρ που θέλαμε να κρατήσουμε. Με μεγάλο σεβασμό στον Παναθηναϊκό, είναι γνωστό ότι οι ιστορίες του Ολυμπιακού και όλων των ομάδων έχουν γραφτεί στις πλάτες των «rival» αγώνων.

Εμείς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διοργανώσεις, δεν θέλαμε να χάσουμε από τον Παναθηναϊκό και τα καταφέραμε. Το αποδείξαμε και το 1997 στα προημιτελικά και στο Τελ Αβίβ το 1994».

Στο Final Four είχατε τη στήριξη περίπου 8.000 φιλάθλων της ομάδας. Βλέποντάς τους στον ημιτελικό, πήρατε ένα επιπλέον κίνητρο για την πρόκριση;

«Η στήριξη του κόσμου ήταν πολύ μεγάλη στη Ρώμη. Ήταν σημαντικό κίνητρο. Σπουδαία και η σχέση τους με τους παίκτες της ομάδας, αμφίδρομη και μεγαλειώδης. Στήριξε τον Ολυμπιακό σε ένα δύσκολο σημείο της ποδοσφαιρικής του πορείας. Τότε, το μπάσκετ ενίσχυσε τη δόξα του Ολυμπιακού και κατάφερε να κρατήσει την περηφάνια των νέων παιδιών, έως ότου επιστρέψει το ποδόσφαιρο στη θέση του. Οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού, όχι μόνο στο Final Four της Ρώμης, αλλά σε κάθε Final Four, γεμίζουν γήπεδα, αεροπλάνα και είναι δίπλα στην ομάδα. Στο Τελ Αβίβ ήρθαν και με καράβια».

Όταν ο κόουτς Ίβκοβιτς σας ανακοίνωσε ανήμερα του τελικού ότι αντί για προπόνηση, θα πάτε βόλτα στην παραλία της Όστια, ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση;

«Ο κόουτς Ίβκοβιτς είχε έμπνευση. Ήξερε πώς λειτουργεί η ομάδα. Στο πρώτο μισό της χρονιάς διασκέδαζε μετά τις ήττες στα μπουζούκια και πήγαινε για μπάνιο μετά τις προπονήσεις στη Βουλιαγμένη. Ξεκινήσαμε τη χρονιά πολύ άσχημα, με πολλές ήττες τις οποίες θα έπρεπε να αποφύγουμε από «απίθανους» αντιπάλους. Εκεί συνήλθαμε. Αποφασίσαμε ότι θα κερδίσουμε. Βασικό ρόλο έπαιξε το δέσιμο και η αποφασιστικότητα, λιγότερο οι προπονήσεις. Αυτό το Final Four ήταν τυφώνας. Καμία ομάδα δεν μπορούσε να μας σταματήσει».

Τι υπήρχε στο μυαλό σας πριν τον τελικό της Ρώμης;

«Υπήρχε στο μυαλό μας, πως ό,τι ζήσαμε το 1994 δεν έπρεπε να το ξαναζήσουμε. Ήμασταν αποφασισμένοι ότι το παρελθόν δεν θα επαναλαμβανόταν».

Μέχρι το πρώτο ημίχρονο η Μπαρτσελόνα παρέμενε κοντά στο σκορ, όμως στο δεύτερο ανεβάσατε ρυθμό και δεν κοιτάξατε ποτέ πίσω. Τι σας είπε ο κόουτς Ίβκοβιτς στα αποδυτήρια, στην ανάπαυλα;

«Κάτι μας είπε, αλλά έχουν περάσει 29 χρόνια… Δεν υπήρξε δευτερόλεπτο του παιχνιδιού που κάποιος από τους παίκτες ή από τον πάγκο να πίστεψε ότι το παιχνίδι θα χαθεί. Ο αγώνας δεν ήταν ντέρμπι. Αν είχαμε βάλει 44 ή 42 πόντους, αυτοί θα είχαν βάλει 41. Δεν υπήρχε περίπτωση να χάσουμε».

Οι εντυπωσιακές εμφανίσεις του Ρίβερς στο Final Four σάς έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση;

«Μας βοήθησαν πολύ. Ο Ρίβερς ήταν πλέι μέικερ επιπέδου NBA. Ήταν ένας κλειστός άνθρωπος, αλλά ήξερε τι πρέπει να κάνει, τον ρόλο του, τι σημαίνει Ολυμπιακός. Ήταν μια μορφή. Θα παρομοίαζα τη συμπεριφορά του με αυτή του Νίκου Γκάλη.

Κλειστός χαρακτήρας, πραγματικό μέλος της ομάδας, με επίγνωση του πού βρίσκεται. Δεν ήταν ένας Αμερικανός που ήρθε απλά να παίξει. Δέθηκε με την ομάδα, με τα προβλήματά της, με τον κόσμο της. Είχε το πάθος και τον πόθο που είχαμε όλοι μας γι’ αυτό το ευρωπαϊκό. Έπαιζε ρόλο το πώς αγωνιζόταν. Ήταν αυτός που, από τα 24 δευτερόλεπτα, τα 22 κρατούσε τη μπάλα».

Κατά την επιστροφή σας στην Ελλάδα γνωρίσατε την αποθέωση από χιλιάδες φιλάθλους. Εσείς ως παίκτες, πώς βιώσατε εκείνες τις στιγμές;

«Η ένταση των φιλάθλων της ομάδας για την κατάκτηση του ευρωπαϊκού ήταν μεγάλη. Τότε, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν κερδίσει πολλούς ευρωπαϊκούς τίτλους. Ο Παναθηναϊκός το κατάφερε την προηγούμενη σεζόν, πράγμα που μας πείραξε σαν καρφί στην καρδιά, διότι θέλαμε εμείς να ήμασταν οι πρώτοι. Παρ’ όλα αυτά, το κατορθώσαμε την επόμενη χρονιά και δώσαμε τεράστια χαρά στον κόσμο μας.

Εκείνη την εποχή ο κόσμος ζούσε διαφορετικά τα ντέρμπι, με περισσότερο πάθος και αγωνία. Παλαιότερα, σε παιχνίδια Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός, σταματούσε η κίνηση στους δρόμους. Πλέον, επειδή παίζουν πολλούς αγώνες μεταξύ τους, υπάρχει έλλειψη σε ό,τι αφορά τον ζήλο του κοινού».

Τέλος, τι σημαίνει για εσάς η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού στη Ρώμη;

«Δεν ήταν μόνο μια μεγάλη επιτυχία του Ολυμπιακού, ήταν μια μεγάλη επιτυχία για το ελληνικό μπάσκετ. Το ευρωπαϊκό αυτό ήταν η κορύφωση μίας δεκαετίας, κατά την οποία το ελληνικό μπάσκετ πρωταγωνιστούσε σε επίπεδο πρωταθλήματος και ευρωπαϊκών συμμετοχών. Κάναμε το μπάσκετ όχι μόνο βασιλιά των σπορ στην Ελλάδα, αλλά και βασιλιά των επιτυχιών. Για μένα, το σπουδαιότερο είναι ότι οι εν γένει επιτυχίες μας, συλλογικές και εθνικές, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ενασχόληση με τον αθλητισμό.

Συγκινητικότερο παράδειγμα είναι αυτό του Αντώνη Νικοπολίδη. Κάθε φορά στις συναντήσεις μας, μου αναφέρει ότι ξεκίνησε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο εξαιτίας του 1987, του πρώτου ευρωπαϊκού της Εθνικής Ελλάδος. Το ευρωπαϊκό στη Ρώμη ήταν μία κορυφαία επιτυχία από έναν κορυφαίο σύλλογο στην Ελλάδα, μια σπουδαία επιτυχία του αθλήματος».

Νικόλας Παναγόπουλος

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000