Στην ομιλία του στη Βουλή ο Πρωθυπουργός (16/4/2026) έβαλε στο επίκεντρο τη συνταγματική αναθεώρηση ως μια «θεσμική φυγή προς τα εμπρός» και παρουσίασε βασικούς άξονες για συνταγματικές αλλαγές, οι οποίες θα συγκεκριμενοποιηθούν ειδικότερα εντός του Μαΐου. Τόσο τα πολιτικά κόμματα όσο και οι ειδικοί συμφωνούν ότι ζητήματα, όπως: η αποσύνδεση της εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των Ανεξάρτητων Αρχών από την κυβερνητική πλειοψηφία, τροποποιήσεις στη διαδικασία απόδοσης ποινικής ευθύνης στους υπουργούς, απάλειψη αναχρονισμών στο πεδίο των δικαιωμάτων, ενίσχυση της Βουλής και της αξιοκρατίας στο Δημόσιο, θωράκιση της Δικαιοσύνης απαιτούν και συνταγματικές αλλαγές.

Κρίσιμες θεωρούνται επίσης και οι συνταγματικές παρεμβάσεις στο πολιτικό σύστημα (εκλογικό σύστημα και λειτουργία πολιτικών κομμάτων). Επομένως, η αναθεώρηση κρίνεται αναγκαία και ωφέλιμη εφόσον υπάρξουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την ολοκλήρωσή της και αυτή δεν αντιμετωπιστεί ως άλλοθι για νομοθετικές και διοικητικές αδράνειες, όπως συνέβη με την περιθωριοποίηση διατάξεων που αναθεωρήθηκαν πρόσφατα και παραμένουν ανεφάρμοστες (π.χ. λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και στρατιωτική δικαιοσύνη).

Η πρώτη προϋπόθεση που το Σύνταγμα απαιτεί για την αναθεώρησή του είναι η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων. Κουλτούρα συναίνεσης δεν υπάρχει στη χώρα μας και σε αυτό βέβαια δεν συνέβαλε ο συγκρουσιακός δικομματικός κοινοβουλευτισμός που είχε διαμορφωθεί και ίσχυε μέχρι την οικονομική κρίση και που δυστυχώς συνεχίζεται και εντείνεται και στην τρέχουσα συγκυρία.

Καμία αναθεώρηση ενός εθνικού Συντάγματος κράτους-μέλους της ΕΕ και της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να λάβει υπόψη τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτή τη συμμετοχή, τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς και τις θεσμικές υποχρεώσεις ιδίως στο πεδίο του κράτους δικαίου. Η σχετικοποίηση του Συντάγματος και ο πολυεπίπεδος συνταγματικός είναι φαινόμενα που συνδέονται με τις αποφάσεις των οργάνων της ΕΕ και της νομολογίας των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου και του Στρασβούργου οι οποίες αποτελούν ένα αυστηρό πλαίσιο στο οποίο πρέπει το κράτος να προσαρμόζεται όταν επιχειρεί ένα τόσο σημαντικό θεσμικό βήμα. Αυτή η διαπίστωση μας ωθεί στη σκέψη ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε εθνοκεντρική αλλά και συγκυριακή προσέγγιση του Συντάγματος.

Επίσης πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι παθογένειες στη δημόσια διοίκηση, στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση απαιτούν αναγκαίες και ορθολογικές νομοθετικές παρεμβάσεις και όχι απαραίτητα συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Το χρόνιο πρόβλημα της πολυνομίας-κακονομίας και η απουσία ενός σταθερού φορολογικού και χωροταξικού πλαισίου αποτρέπουν επενδύσεις και οδηγούν σε οικονομική στασιμότητα και σε αυτό μόνο οριακά θα μπορούσε να συμβάλει το Σύνταγμα.

Στο ίδιο πνεύμα, ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, οι βιοτεχνολογικές εξελίξεις και οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν διεθνείς πρωτοβουλίες – όπως αυτές που ανέλαβε η ΕΕ – και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο σε συνταγματικό επίπεδο.

Τέλος, θεωρώ ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αναθεώρησης που επιτρέπει – κατά την κρατούσα άποψη – στη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή να αποκλίνει από τις συγκεκριμένες κατευθύνσεις και προτάσεις της πρώτης αναθεωρητικής Βουλής, θα πρέπει να υπάρξει μια προγραμματική αναθεωρητική συμφωνία μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ώστε να δεσμευτούν αμοιβαία πως ό,τι αποφασίσουν με την όποια πλειοψηφία στην πρώτη Βουλή θα το τηρήσουν στη δεύτερη κατ’ ουσίαν αναθεωρητική Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές. Αυτή είναι μια βασική πολιτική προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη συνταγματική μεταρρύθμιση. Στο πνεύμα αυτό η υποβολή πληθωρικών προτάσεων σε θέματα όπου έχει διαπιστωθεί μεγάλη απόκλιση απόψεων είναι καταδικασμένη να ναυαγήσει.

O Παναγιώτης Μαντζούφας είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000