To λέει ωραία ο μπαγάσας, όπως και να το κάνουμε. «Εχω γράψει επανειλημμένα, και ανοιχτά, στην εφημερίδα εναντίον της γραμμής της. Και όχι μόνο το ανέχθηκαν, αλλά με ενθάρρυναν κιόλας. Εχω θίξει πολύ αμφιλεγόμενα θέματα γιατί είμαι κανονικός και ενεργός πολίτης. Η πολιτική είναι κάτι πολύ σοβαρό για να το αφήνεις στους πολιτικούς». Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι αυτός που μιλάει δεν είναι δημοσιογράφος, αλλά συγγραφέας, οπότε τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα.
Θα μπορούσε να τοποθετήσει κανείς την αρχή αυτής της περιπέτειας σε μια φιέστα που έγινε στη Βαρκελώνη το 1997. Ο Χαβιέρ Θέρκας είχε μεθύσει κι έκανε βλακείες, έλεγε ανέκδοτα, διηγιόταν ιστορίες. Τα χαράματα τον έπιασε ο Αγκουστί Φαντσέλι, τότε υπεύθυνος πολιτιστικών της καταλανικής έκδοσης της «El País», και του είπε: «Τι θα έλεγες να γράφεις χρονογραφήματα στην εφημερίδα;» Εκείνος δέχθηκε, κι άρχισε να γράφει όλο και συχνότερα, με μια ελευθερία που δεν έχασε ποτέ.
‘H μπορεί να πάει λίγο πιο πίσω, στις αρχές εκείνης της δεκαετίας, όταν χτύπησε το τηλέφωνό του, του είπαν ότι ήταν από τη σύνταξη της «El País» και του πρότειναν συνεργασία. Εκείνος ενθουσιάστηκε, στην εφημερίδα αυτή έγραφαν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και ο Μάριο Βάργκας Γιόσα, άρχισε να χοροπηδάει, πήρε αμέσως την αδελφή του και της το ανακοίνωσε, κι εκείνη έσκασε στα γέλια: «Εγώ σου τηλεφώνησα», του είπε, «είναι η Ημέρα των Αθώων» (κάτι ανάλογο με την Πρωταπριλιά). «Μην ανησυχείς όμως, μια μέρα θα σε πάρουν κι αυτοί». Είχε δίκιο.
Μπορεί να γυρίσει όμως κανείς τον χρόνο ακόμη περισσότερο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν ο Θέρκας ήταν 14 ή 15 ετών.
Τότε, σε πολλά σπίτια της μεσαίας τάξης δεν έμπαινε εφημερίδα, οπότε άρχισε να αγοράζει ο ίδιος την «El País», ένα έντυπο που, όπως θυμάται, αντιπροσώπευε το μοντέρνο, τη δημοκρατία, τον ευρωπαϊσμό, την Αριστερά.
Για την ακρίβεια, η ιδέα στην αρχή ήταν να είναι ένα μάλλον συντηρητικό φύλλο, όμως οι δημοσιογράφοι της, που ο μέσος όρος ηλικίας τους ήταν τα 29, ήταν πιο προοδευτικοί από τους ανθρώπους που έβαζαν τα λεφτά. Και σιγά – σιγά επέβαλαν τη δική τους φυσιογνωμία.
Η «οικουμενική εφημερίδα», όπως αυτοσυστήνεται η «El País», κλείνει μεθαύριο τα πενήντα της χρόνια. Και το τριήμερο που διανύουμε οργανώνει ένα μεγάλο φεστιβάλ σε ένα παλιό σφαγείο της Μαδρίτης που έχει γίνει κέντρο σύγχρονης τέχνης, το El Matadero. Εκεί, μαζί με τον διευθυντή της εφημερίδας Χαν Μαρτίνεθ Αρενς, θα παρουσιάσει αύριο ο Θέρκας το νέο του βιβλίο. Λέγεται «Η εφημερίδα της δημοκρατίας» και αφηγείται την ιστορία της «El País» μέσα από τα δικά του μάτια.
Ενα από τα κεφάλαια του βιβλίου είναι μοιραία αφιερωμένο στο πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου 1981, στο οποίο ο Θέρκας έχει ήδη αναφερθεί εκτενώς στο βιβλίο του «Η ανατομία μιας στιγμής».
Το ταμπού εκείνου του πραξικοπήματος, γράφει, ήταν ότι ο κόσμος δεν βγήκε στους δρόμους για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία. Το Κοινοβούλιο κατελήφθη από τους πραξικοπηματίες και οι επιχειρηματίες δεν αντέδρασαν, η Εκκλησία δεν διαμαρτυρήθηκε, τα πολιτικά κόμματα σώπασαν, τα συνδικάτα περιορίστηκαν να κάψουν έγγραφα και αρχεία.
Οι μνήμες του εμφυλίου πολέμου ήταν ακόμη νωπές. «Πήγα στο Πανεπιστήμιο για να δω τι συνέβαινε, υπήρχε κι ένα κορίτσι που μου άρεσε πολύ, αλλά ήταν έρημα», διηγείται σήμερα στην ισπανική εφημερίδα. «Λίγες ώρες αργότερα κυκλοφόρησε η «El País» με κύριο άρθρο που είχε τίτλο «Πρέπει να βγούμε στον δρόμο». Ηταν μια πράξη πραγματικής αντίστασης, με τεράστιο ρίσκο. Τη νύχτα εκείνη βγήκαν συνολικά επτά εκδόσεις».
Τι έμαθε όλα αυτά τα χρόνια από την απασχόλησή του στην εφημερίδα; «Παλιότερα ήμουν ένας συγγραφέας του γραφείου, κλεισμένος στον εαυτό μου, και ξαφνικά αναγκάστηκα να βγω στον δρόμο και να αντιπαραβάλω τα γραπτά με την πραγματικότητα. Αυτό έκανε το γράψιμό μου πιο γρήγορο, πιο διαφανές. Πολύτιμη ήταν και η επαφή μου με τους αναγνώστες. Μια μέρα δημοσίευσα ένα κείμενο για το τέλος του πολέμου, για τον Αντόνιο Ματσάδο και τον τουφεκισμό του Σάντσεθ Μάθας κοντά στη Ζιρόνα.
Μου έγραψε τότε ένας αναγνώστης ονόματι Μικέλ Αγκίρε, ιστορικός το επάγγελμα, που καταγόταν από την περιοχή και μου είπε ότι ήξερε ανθρώπους που ήταν με τον Σάντσεθ Μάθας. Με το υλικό εκείνων των συναντήσεων έγραψα τους Στρατιώτες της Σαλαμίνας» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ελισώς Λογοθέτη). «Και μόνο γι’ αυτό, η ευγνωμοσύνη μου στην εφημερίδα είναι τεράστια».
Γεννήθηκαν κι άλλα βιβλία του από κείμενά του στην εφημερίδα.
Ηταν λοιπόν τα δημοσιογραφικά του κείμενα κάτι σαν εργαστηριακά πειράματα; «Ναι, και όπως σε όλα τα πειράματα, μερικές φορές σου σκάνε στο κεφάλι. Αλλά ένας συγγραφέας πρέπει να παίρνει ρίσκα».
- Η επιτροπή απονομής του Νόμπελ Ειρήνης καλεί το Ιράν να αποφυλακίσει επειγόντως τη Ναργκίς Μοχαμαντί ώστε να λάβει ιατρική βοήθεια
- ΑΕΚ – Ολυμπιακός 4-4: Ο καλύτερος τελικός Κυπέλλου όλων των εποχών!
- Μεντιλίμπαρ: «Ο ΠΑΟΚ θέλει να μας κερδίσει για να ανεβάσει το ηθικό του – Εξαιρετικός άνθρωπος και προπονητής ο Μπαρτζώκας»






