Η χώρα έχει μπει στον τελευταίο γύρο πριν τις εκλογές όποτε αυτές και αν γίνουν. Ας ετοιμαστούμε να υποστούμε τόνους μικροπολιτικής και δημαγωγίας κατά πώς συνηθίζει το υπάρχον κομματικό σύστημα. Ταυτόχρονα όμως εξακολουθούν να κινούνται οι τεκτονικές πλάκες της διεθνούς, της ευρωπαϊκής και επομένως της εθνικής μας ζωής. Δεν είναι η πρώτη φορά που σε φάσεις ριζικών αλλαγών του διεθνούς πλαισίου ο ελληνικός κομματικός ανταγωνισμός ακολουθεί τη δική του αυτιστική σχεδόν εσωστρέφεια. Οταν το 1989-90 έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου και τελείωνε ο σοβιετικός κομμουνισμός εμείς κονταροχτυπιόμασταν για τον Κοσκωτά.

Το 2008 όταν κατέρρεε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα εμείς ασχολούμασταν με το Βατοπέδι. Τώρα με δύο ανοιχτούς πολέμους μετράμε αιγοπρόβατα διαπιστώνοντας έκπληκτοι ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πελατειακές σχέσεις. Είναι ανέξοδη αυτή η χασμωδία μεταξύ εξωτερικών εξελίξεων και εθνικής εσωστρέφειας; Στην πρώτη περίπτωση η χώρα μπήκε στραβά στον μεταδιπολικό κόσμο εμπλεκόμενη λόγω «μακεδονικού» στη Βαλκανική κρίση που ακολούθησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Στη δεύτερη, ζήσαμε για λίγο τους μύθους της «θωρακισμένης οικονομίας» και του «λεφτά υπάρχουν» μέχρι που ήρθαν τα Μνημόνια και η πρωτοφανής οικονομική κατάρρευση.

Προσοχή στις στροφές λοιπόν! Ασφαλώς ένας λιγότερο πολωτικός και ορθολογικός εσωτερικός κομματικός ανταγωνισμός θα είχε προετοιμάσει καλύτερα τη χώρα στο ραντεβού με τις μεγάλες εκείνες στροφές της Ιστορίας. Είναι μια χρήσιμη υπόμνηση, που ισχύει για το σήμερα και το προσεχές πολιτικό μέλλον. Χρήσιμη ιδίως αν συνδυαστεί με την επίγνωση ότι η πορεία της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο και ιδίως στον 20ό αιώνα, καθορίστηκε πρωτίστως από τη γεωπολιτική. Σε αυτό το πεδίο διχάστηκε, επέλεξε «μεριά» και κέρδισε πληρώνοντας όμως βαρύτατα το τίμημα του διχασμού. Γιατί σε όλες τις περιπτώσεις οι γεωπολιτικές επιλογές διαπλέχτηκαν με ανάλογες εσωτερικές ιδεολογικές – πολιτικές ταυτότητες. Και σήμερα σε μια περίοδο διεθνούς αταξίας και οξυμμένων ανταγωνισμών, η γεωπολιτική απαιτεί κρίσιμες επιλογές και δύσκολους χειρισμούς, που όμως μένουν στη σκιά της συμπαγούς μικρολογίας της καθημερινής πολιτικής.

Οτι αλλάζει ο κόσμος είναι αναμφίβολο. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Διχασμός της Δύσης και κρίση του μεταπολεμικού δεσμού ΗΠΑ – Ευρώπης. Δύο πόλεμοι με παγκόσμιες επιπτώσεις στην περιφέρεια της Ευρώπης. Τα πρώτα βήματα μιας μετα-αμερικανικής Ευρώπης όπως την αποκάλεσε ο Γιόσκαρ Φίσερ (Τα ΝΕΑ 27/4/2926.) Αλλαγή του χάρτη της Μέσης Ανατολής και διαμάχες στον ίδιο τον μουσουλμανικό κόσμο. Προσπάθειες να αντικατασταθούν οι κανόνες στις διεθνείς σχέσεις από την ωμή ισχύ (πρωταγωνιστεί το δίδυμο Τραμπ – Πούτιν). Μεταβολές του παγκόσμιου ενεργειακού χάρτη. Η εξέλιξη αυτών των μεταβολών είναι άγνωστη και οι επιπτώσεις τους μακροχρόνιες.

Προς το παρόν, η Ελλάδα έχει κινηθεί με επιτυχία στο νέο περιβάλλον και έχει αναβαθμιστεί γεωπολιτικά, όπως υπογραμμίζουν πολλοί διεθνείς σχολιαστές. Αναζήτησε και βρήκε μια ισορροπία μεταξύ εθνικού ρεαλισμού και επίκλησης του διεθνούς δικαίου. Η κυβέρνηση και ο Γ. Γεραπετρίτης αποδείχτηκαν πολύ πιο ικανοί από τους εθνολαϊκιστές τζάμπα υπερπατριώτες. Ετσι η Ελλάδα όχι μόνο δεν χτυπήθηκε από τον «τυφώνα Τραμπ» όπως πολλοί προέβλεπαν αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά, αλλά αναβάθμισε τον ρόλο της στην αμερικανική στρατηγική της περιοχής. Δεν πρόκειται για πρόσκαιρο αποτέλεσμα, γιατί αφορά την κρισιμότητα που έχει αποκτήσει η Ανατολική Μεσόγειος εξαιτίας των ιστορικών αλλαγών που εξελίσσονται στη Μέση Ανατολή και στον μουσουλμανικό κόσμο.

Η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ (και την Κύπρο) είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της εθνικής προβολής στον χώρο αυτό, και ως τέτοια πρέπει να ασκηθεί χωρίς να εγκλωβιστεί στον αντιτουρκικό συρμό που κυριαρχεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Σε άλλες συνθήκες η συνεργασία με το Ισραήλ θα εμπόδιζε τη σχέση μας με τον αραβικό κόσμο, όμως οι γέφυρες υπάρχουν. Οχι τόσο λόγω των παραδοσιακών καλών σχέσεων όσο γιατί ο ίδιος ο αραβικός κόσμος αναζητά μια νέα σχέση με τη Δύση, την Ευρώπη και το Ισραήλ όπως είχαν δείξει οι συνομιλίες για τις «συμφωνίες του Αβραάμ».

Ομως στις κρίσιμες στροφές της Ιστορίας, η γεωπολιτική για την Ελλάδα δεν ήταν ποτέ απλώς ζήτημα «εξωτερικής πολιτικής». Συμπλεκόταν και συνδιαμόρφωνε τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα του εθνικού βίου. Το ίδιο συμβαίνει και θα συμβεί στην τωρινή ιστορική φάση με άξονα την τύχη της «Ευρώπης». Σήμερα παρακολουθούμε τα πρώτα βήματά της στον δρόμο της στρατηγικής αυτονομίας και της προσδοκίας να αναδειχθεί σε παγκόσμιο πολιτικό υποκείμενο. Αυτή η διαδικασία εξελίσσεται σε δύο επίπεδα. Αφενός στο σύνολο των 27 της ΕΕ με άξονα την οικονομία και αφετέρου στην εθελοντική σύμπραξη «των προθύμων» με άξονα τη γεωπολιτική. Η επίσκεψη του Μακρόν εμφανώς έδωσε βάρος στη δεύτερη προοπτική. Κάνουν λάθος, πιστεύω, όσοι ανησυχούν ότι αυτή η διττή δυναμική ενέχει τον κίνδυνο της απόκλισης.

Πρόκειται για νόμιμη και αναγκαία διαδικασία που το πιθανότερο είναι να επιταχύνει την επιθυμητή σύγκλιση. Σε κάθε περίπτωση, το ευρωπαϊκό ιστορικό στοίχημα δεν αφορά μόνο την παγκόσμια γεωπολιτική, αλλά την ιδεολογία και τους κανόνες του διεθνούς συστήματος. Γιατί η Ευρώπη ούτε μπορεί ούτε πρέπει να φιλοδοξεί να γίνει μια ακόμα «υπερδύναμη» δίπλα στις ΗΠΑ, την Κίνα, άντε και τη Ρωσία λόγω πυρηνικών.

Η στρατιωτική και αμυντική ισχυροποίησή της Ευρώπης θα πρέπει να υπηρετεί έναν σαφή ιδεολογικό στόχο. Την εκ νέου οικοδόμηση ενός διεθνούς συστήματος ειρηνικής συνύπαρξης, κανόνων και απόρριψης της βίας. Ηδη ο στόχος αυτός πολιτικοποιεί τη διαδικασία και χωρίζει τις πολιτικές – πολιτισμικές παρατάξεις της Ευρώπης. Μόνο όσες διεκδικούν τη δημοκρατική διεθνιστική παράδοση της ηπείρου και αγωνίζονται για την αναζωογόνηση του πολιτισμού της Δημοκρατίας μπορούν να ανταποκριθούν στον ανωτέρω στόχο. Στην αντίπαλη όχθη, βρίσκονται οι δυνάμεις της εθνικιστικής Ακροδεξιάς, του αριστερού αντιδυτικισμού, του τραμπισμού και του πουτινισμού, όπως εκφράζονται σε κάθε χώρα. Είναι παρήγορο και δείγμα της ενίσχυσης του συμβόλου «Ευρώπη» ότι η ευρωπαϊκή λαϊκιστική Ακροδεξιά υποχρεώνεται να παίρνει αποστάσεις από τον τραμπισμό.

Εδώ σ’ εμάς είναι εύκολο να βάλεις ονόματα στα στρατόπεδα, αλλά στην Ελλάδα το ζήτημα αποκτά άλλες διαστάσεις. Η «Ευρώπη» αποτέλεσε ιστορικά το πρότυπο που η καθυστερημένη Ελλάδα κυνηγούσε να φτάσει ώστε να γίνει «πολιτισμένη» ή «κανονική» χώρα. Ακόμα και σήμερα σε πολλούς τομείς, όπως η Δημόσια Διοίκηση, προσπαθούμε να «αντιγράψουμε την Ευρώπη» – αν και ευτυχώς έχει περιοριστεί ο εθνικός αυτο-οικτιρμός για τις «καθυστερήσεις» μας.

Τώρα όμως το νέο στοίχημα για την Ευρώπη, η ανάδειξή της σε ενιαίο παγκόσμιο υποκείμενο, και η αναβάθμιση της γεωπολιτικής διάστασης, μεταβάλλει και τη σχέση της Ελλάδας με αυτή. Η Ελλάδα λόγω γεωγραφικής θέσης και εθνικού συμφέροντος ανήκει ασφαλώς στους επισπεύδοντες, μπορεί να πρωτοστατήσει στη συγκρότηση της γεωπολιτικής Ευρώπης έχοντας μεγαλύτερο βάρος από όσο αντιστοιχεί στο οικονομικό της επίπεδο.

Θα επανέλθουμε ελπίζοντας ότι στην προεκλογική περίοδο τέτοια θέματα θα βρουν χώρο να συζητηθούν.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000