Οι τράπεζες στην Ελλάδα και την ευρωζώνη αντιμετωπίζουν σήμερα πολλαπλές και σύνθετες προκλήσεις. Η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, κυρίως λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης παγκοσμίως. Επιπλέον, η άνοδος των τιμών των ενεργειακών αγαθών εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνει τη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς παραμένει υψηλός και αναδεικνύεται ο κίνδυνος στασιμοπληθωριστικών πιέσεων. Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών (και κατ’ επέκταση στις τράπεζες) θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των πολεμικών συρράξεων.
Ταυτόχρονα, οι εξελιγμένες κυβερνοαπειλές και η σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών των Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), καθιστά την αποτελεσματική διαχείριση λειτουργικών κινδύνων συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων ΤΠΕ, αναγκαία για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής συνέχειας και τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Σε αυτή την περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος εμφανίζει ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη. Η κερδοφορία και η ποιότητα χαρτοφυλακίου βελτιώθηκαν περαιτέρω και η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, η ρευστότητα παραμένει υψηλή, πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ενωσης.
Οι διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών κατά τη διάρκεια του 2025 προσέδωσαν νέα δυναμική και προσείλκυσαν επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς όλες οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται εντός της επενδυτικής κατηγορίας.
Επιπρόσθετα, αποτελεί θετική εξέλιξη για τον εγχώριο τραπεζικό τομέα η αναδιάρθρωση και εξυγίανση των λιγότερο σημαντικών τραπεζών. Οι τράπεζες είναι επομένως σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές.
Παρ’ όλ’ αυτά δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό. Η άσκηση συνεκτικών πολιτικών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελεί ανάχωμα στους εξωγενείς κινδύνους. Οι τράπεζες οφείλουν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εφαρμόζοντας συνετά πιστοδοτικά κριτήρια, αξιοποιώντας την ισχυρή τους ρευστότητα και ενισχύοντας περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου, ωστόσο η ανάγκη εντατικοποίησης του ψηφιακού μετασχηματισμού, η ύπαρξη αυξανόμενων απειλών καθώς και οι διευρυνόμενες κανονιστικές απαιτήσεις καθιστούν αναγκαία τη συνεχή ενίσχυση της λειτουργικής ανθεκτικότητας.
Τέλος, κρίνεται αναγκαία η επιτάχυνση των διαδικασιών ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ενωσης και η προώθηση της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, καθώς αναμένεται να εμβαθύνουν τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση και να ενισχύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ανταγωνιστικότητα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η Χριστίνα Παπακωνσταντίνου είναι υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδoς






