Πώς ξεκίνησαν όλα αυτά;
Το καλοκαίρι του 2020 διατυπώθηκε μια καταγγελία. Πως το τηλέφωνο ενός δημοσιογράφου είχε παγιδευτεί με το, άγνωστο τότε, διαβόητο αργότερα, λογισμικό Predator. Το αρπακτικό. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ήταν κατηγορηματικός. Η Ελλάδα δεν χρησιμοποιεί παράνομα λογισμικά παρακολούθησης. Δυο χρόνια αργότερα, όμως, μια τεχνική υπηρεσία του Ευρωκοινοβουλίου βρήκε ίχνη απόπειρας παγίδευσης, με Ρredator, του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδουλάκη. Το θέμα ήρθε στη Βουλή.
Η ΑΔΑΕ ξεκίνησε έρευνα, η οποία δεν βρήκε μεν ίχνη του κακόφημου λογισμικού, αποκάλυψε όμως μια νέα, αναπάντεχη πτυχή της υπόθεσης: Το τηλέφωνο του Ανδρουλάκη είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ, την εποχή που εκείνος διεκδικούσε την ηγεσία του κόμματός του, τότε που είχε γίνει και η αποτυχημένη απόπειρα παγίδευσης με το παράνομο λογισμικό.
«Ηταν νόμιμο, αλλά ήταν λάθος», ήταν η πρώτη αντίδραση του Πρωθυπουργού. Η παρακολούθηση, πρόσθεσε αργότερα, ήταν «τυπικά επαρκής, αλλά πολιτικά μη αποδεκτή». Σε αναγνώριση του λάθους, στις 5 Αυγούστου 2022, από το γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού δημοσιεύθηκαν δύο λιτές ανακοινώσεις. Μία που γνωστοποιούσε πως ο γενικός γραμματέας του Πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης είχε υποβάλει την παραίτησή του, η οποία είχε γίνει δεκτή. Και μία δεύτερη που ανακοίνωνε πως είχε γίνει δεκτή η παραίτηση και του διοικητή της ΕΥΠ, «κατόπιν λανθασμένων ενεργειών που διαπιστώθηκαν στη διαδικασία των νόμιμων επισυνδέσεων».
Ηταν μια έμπρακτη αναγνώριση λάθους. Που θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα, αν δεν έμενε μισή. Στην πολιτική, βέβαια, υπάρχουν πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται, όπως και πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται, σύμφωνα με τη διάσημη καραμανλική ρήση. Μα οι υποκλοπές – κι ας λένε κάποιοι – δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Είναι από αυτά που «δεν γίνονται». Και όταν αποκαλυφθεί ότι γίνονται, δεν μπορεί πια να είναι αυτά που «δεν λέγονται». Απαιτούν μια πιο γενναία και ουσιαστική αντιμετώπιση.
Είχε την ευκαιρία ο Πρωθυπουργός, όταν έφερε εσπευσμένα το θέμα στη Βουλή. Αλλά περιορίστηκε να ζητήσει να «πέσουν οι τόνοι». «Την ώρα που η Δημοκρατία μπορεί κι έχει το θάρρος να κοιτά κατάματα τα όποια κενά στη λειτουργία της ώστε να τα καλύψει», έλεγε, «δεν επιτρέπεται μία αστοχία της να προβάλλεται ως συνολική της αποτυχία». Και έκρινε σκόπιμο να υπενθυμίσει πως «υπάρχουν συμφέροντα τα οποία επιθυμούν αδύναμες κυβερνήσεις, γιατί θεωρούν ότι έτσι αυξάνουν τη δυνατότητα επιρροής τους».
Οι αδύναμες κυβερνήσεις είναι, πράγματι, επικίνδυνη συνθήκη για μια χώρα και τη δημοκρατία της. Κι όχι μόνον γιατί έτσι αυξάνεται η επιρροή «συμφερόντων», τα οποία μπορούν εξίσου καλά (ή ακόμη καλύτερα) να δουλεύουν και με πολύ ισχυρές κυβερνήσεις. Μα, ειδικά στην εποχή μας, περισσότερο επικίνδυνη από μια αδύναμη κυβέρνηση, θα μπορούσε να είναι μια κυβέρνηση που ασκεί με υπερβολικά συγκεντρωτικό τρόπο μια υπερβολική δύναμη. Οταν, προπάντων, προσπαθεί να προστατεύσει τη δράση της από τον έλεγχο, όταν προσπαθεί να αφοπλίσει θεσμούς που είναι ταγμένες να υπηρετούν τη διάκριση των εξουσιών και την αντιρρόπηση της ισχύος.
Η υπόθεση των υποκλοπών καταγράφηκε ως μια προειδοποίηση κινδύνου προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. «Ο δρόμος της Ελλάδας προς την απολυταρχία», ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του «Spiegel» λίγες μέρες ύστερα από εκείνη τη συζήτηση στη Βουλή. Και η «Die Welt» έγραφε πως «πίσω από τη γυαλιστερή βιτρίνα της Αθήνας συντελείται αυταρχική αλλαγή». Υπερβολικές διατυπώσεις, ίσως. Αλλά απολύτως ενδεικτικές του κλίματος των ημερών.
Οσα ακολούθησαν δεν ελάφρυναν το κλίμα. Αντίθετα. Οι έρευνες των ανεξάρτητων αρχών διαπίστωσαν 116 περιπτώσεις παράνομων παρακολουθήσεων με χρήση του κακόφημου λογισμικού. Στις 28 από αυτές καταγράφηκε παράλληλα και νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ. Η έρευνα του Αρείου Πάγου, ωστόσο, κατέληξε πως ήταν σύμπτωση. Πως δεν υπήρξε καμία απολύτως εμπλοκή με το κατασκοπευτικό λογισμικό Ρredator ή άλλο παρόμοιο λογισμικό, οποιασδήποτε κρατικής υπηρεσίας ή κρατικού λειτουργού. Αλλά τότε για λογαριασμό ποιου οργανώθηκε η παγίδευση ενός τόσο μεγάλου αριθμού σημαντικών δημόσιων προσώπων με το απαγορευμένο λογισμικό; Ποιος και ποια χρήση έκανε των προϊόντων της παγίδευσης;
Οσο το ερώτημα δεν βρίσκει απάντηση, όσο η κυβέρνηση κάνει πως δεν το ακούει καν, καμιά κρίση δεν μπορεί να είναι πειστική. Πολύ περισσότερο όταν όλο το περιβάλλον – ο τρόπος που λειτούργησε η εξεταστική επιτροπή στη Βουλή, η συμπεριφορά της κυβέρνησης απέναντι στις ανεξάρτητες αρχές που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, η αντίδραση στην αναπάντεχη απόφαση του μονομελούς Πλημμελειοδικείου που καταδίκασε τους τέσσερις εμπόρους του Ρredator και πρότεινε νέα διερεύνηση της υπόθεσης – πυκνώνουν την καχυποψία στην ατμόσφαιρα.
Η υπόθεση του Ρredator, βέβαια, υπερβαίνει τις διαστάσεις ενός ακόμη πολιτικού σκανδάλου, από αυτά που έχουμε συνηθίσει να καταναλώνουμε κι έπειτα να τα ξεχνάμε – αν και ποτέ δεν ξεχνιούνται εντελώς. Αφήνουν πάντα ένα κατάλοιπο, ένα στρώμα σκουριάς που διαβρώνει το κύρος της πολιτικής και την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς.
Η υπόθεση αυτή συνδέεται με μερικά από τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής. Υπάρχουν φίλτρα για τον δημοκρατικό έλεγχο των τεχνολογιών της διαρκούς επιτήρησης; Ποιος και πώς θα περιορίσει τις «αυταρχικές δημοκρατίες», που κάνουν ουρά στην πόρτα των εμπόρων των υποκλοπών; Πώς μπορούν οι υπηρεσίες ασφαλείας των δημοκρατιών να αμυνθούν απέναντι σε αυτόν και άλλους, πολλαπλασιαζόμενους κινδύνους;
Κι αν υιοθετήσουν κι εκείνες τη χρήση των προϊόντων του «κατασκοπευτικού καπιταλισμού», ποιος εγγυάται ότι η επιστράτευσή τους θα περιλαμβάνει μόνον εξωτερικούς εχθρούς κι όχι εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους, ενοχλητικούς δημοσιογράφους ή ανυποψίαστους πολίτες; Ποιος εγγυάται ότι η είσοδος των αρπακτικών στη ζωή μας στο όνομα της προστασίας του έθνους, δεν θα καταλήξει να υπονομεύει τη δημοκρατία, να την αδειάζει από περιεχόμενο;
Τα ερωτήματα δεν είναι ελληνικής κοπής μόνον. Αλλά αν οι δικές μας απαντήσεις αποδείχθηκαν στην πράξη τόσο ατελείς, τόσο ρηχές, στρεψόδικες και προσχηματικές, τι ελπίδα έχουμε;






