Το οικονομικό αφήγημα της κυβέρνησης, καθώς η προεκλογική περίοδος έχει πρακτικά ξεκινήσει, είναι φανερό: από το 2019 ο πλούτος της χώρας (ΑΕΠ) αυξήθηκε κατά 35% – και 33% σε αγοραστική αξία –, ο κατώτατος μισθός επίσης κατά 35%, ενώ η ανεργία – η χειρότερη μορφή φτωχοποίησης των νοικοκυριών – από το 18% στο 7,5%. Οι αριθμοί είναι ακριβείς. Και επειδή είναι, επιτείνουν το ερώτημα πώς εξηγείται η διάχυτη δυσφορία και, ιδιαίτερα, η μαζική αποδοκιμασία στις νεότερες ηλικίες.
Οσοι είναι κάτω των 30 ετών, έχουν τον χαμηλότερο δείκτη κοινωνικής εμπιστοσύνης, σχεδόν ανύπαρκτη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα (6%). Στις ηλικίες έως 45 ετών, έως το μέσο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας δηλαδή, 8 στους 10 πιστεύουν ότι η χώρα πηγαίνει σε λάθος κατεύθυνση, και – φυσικό επόμενο – η ΝΔ αγωνίζεται να συγκεντρώσει ένα απελπιστικό 15% (έρευνα Metron Analysis, Μάρτιος 2026).
Οπως έλεγε ο Θόδωρος Πάγκαλος, ψήφος ευγνωμοσύνης δεν υπάρχει. Αλλά τέτοιας έντασης δυσαρέσκεια απαιτεί κάποια ερμηνεία. Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς μια διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα πίσω από τους αριθμούς. Τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση της απασχόλησης είχαν δύο τομείς – οι κατασκευές και, προπάντων, ο τουρισμός και η εστίαση. Αυτή η κατανομή εξηγεί τόσο την αρχική ανακούφιση των ελληνικών νοικοκυριών, όταν τα νεότερα μέλη τους αποκτούσαν ένα εισόδημα, όσο και την απογοήτευσή τους με τη διαπίστωση ότι αυτό δεν ήταν ένα βήμα, ή μια προσωρινότητα, αλλά μια μόνιμη προοπτική εντελώς αναντίστοιχη τόσο με τις προσδοκίες που (δίκαια ή άδικα) είχαν καλλιεργηθεί όσο και με την επένδυση οικογενειακού χρόνου και αποταμιεύσεων στην εκπαίδευση των παιδιών. Ακόμη κι έτσι, όμως, η έκταση της αποδοκιμασίας παραμένει πολύ μεγάλη για να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το είδος της απασχόλησης που δημιουργεί η (αναντίρρητη) ανάπτυξη της οικονομίας.
Υπάρχουν δύο ακόμη παράμετροι, εξαιρετικά ανησυχητικές για την κυβέρνηση επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιστραφούν – και σίγουρα στον ελάχιστο χρόνο έως τις κάλπες. Η πρώτη αφορά την ορατότητα των ευνοημένων της ανάκαμψης: πρόκειται κυρίως για ήδη ανώτερες εισοδηματικές τάξεις – κάτι όχι ιδιαίτερα επιβαρυντικό γιατί ήταν λίγο ή πολύ προεξοφλημένο. Συμπίπτει, όμως, και με μια έντονη ανισοκατανομή των ωφελημάτων υπέρ των μεγαλύτερων ηλικιών, εκείνων που ήδη βρίσκονται στην ώριμη επαγγελματική τους φάση.
Η δυσανάλογη απορρόφηση του όποιου «μερίσματος» ανάπτυξης από τα μεσαία και μεγαλύτερα εισοδήματα των μεσαίων και μεγαλύτερων ηλικιών επιτείνει το αίσθημα όχι μόνον αδικίας αλλά και αδιεξόδου στις νεότερες, εκείνες που μπήκαν στον επαγγελματικό στίβο κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την κρίση. Κι αυτό εστιάζεται – αυτή είναι η δεύτερη και πιο κρίσιμη παράμετρος – όχι στα επαγγέλματα που παραδοσιακά ταυτίζονται με χαμηλότερες αμοιβές, αλλά σε εκείνα που θεωρούνταν (και ήταν) εφαλτήριο ένταξης ή παραμονής στη μεσαία τάξη.
Υπάρχει πια μια ολόκληρη γενιά νέων με εκπαιδευτικά διαπιστευτήρια (που εξοργίστηκε με τα κυβερνητικά πτυχία του Southeastern College), που αφιερώνει πολύ πάνω από το 8ωρο σε ανοιχτές οθόνες, δεν υποαμείβεται αλλά βλέπει το εισόδημά της να εξανεμίζεται από την πίεση της στεγαστικής κρίσης και του πληθωρισμού στα βασικά αγαθά, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται άμεση την απειλή της μαζικής αντικατάστασής της από την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης.
Για αυτή τη γενιά και τις αγωνίες της δεν μιλάει κανένα κόμμα. Παραμένει αόρατη σε μια μακριά νυχτωμένη πολιτική τάξη, γιατί δεν συνδικαλίζεται και δεν συγκροτεί «ομάδα πίεσης», ενώ δεν έχει τον «βουλευτή της» και δεν του τηλεφωνεί. Κατανοεί πως δεν υπάρχει κανένας σχεδιασμός για έστω στοιχειώδες δίχτυ κοινωνικής προστασίας μπροστά σε άμεσες απειλές. Το προλεταριάτο της οθόνης αυτή τη στιγμή δεν έχει κατεύθυνση. Εχει όμως ψήφο.






