Το λεγόμενο επιτελικό κράτος, η σχέση μεταξύ ψηφοφόρου και βουλευτή, όλα αυτά που αποτέλεσαν την περασμένη εβδομάδα σημείο τριβής στα εσωτερικά του κυβερνώντος κόμματος και προσωποποιήθηκε στον υπουργό Επικρατείας Ακη Σκέρτσο, είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θέμα υπαρξιακό τόσο για την ελληνική κοινωνία όσο και για την πολιτική. Και έχει καλλιεργηθεί με τέτοιο τρόπο εδώ και δεκαετίες ώστε δύσκολα το «καλύτερο αύριο» ή η «υπόσχεση για το μέλλον» μπορεί να ανιχνευθεί αποκλειστικά στη μία ή την άλλη πλευρά.

Το πώς λειτουργεί το ρουσφέτι του βουλευτή στον ψηφοφόρο το έχουμε δει σε κορυφαίες ελληνικές ταινίες όπως το «Υπάρχει και φιλότιμο» και το «Τζένη Τζένη». Ο Παπαγιαννόπουλος για παράδειγμα, στο σενάριο των Πρετεντέρη – Γιαλαμά (1966), όταν αποφασίζει να απογαλακτισθεί από τον Γκόρτσο επικαλείται ότι δεν έκανε τον τάδε παπά παρόλο που είχε καταδικασθεί για πλαστογραφίες. «Μα αν δεν είχε κάνει πλαστογραφίες δεν θα σε είχα ανάγκη» υπερθεματίζει. Μετά τη Μεταπολίτευση, έχω την εντύπωση ότι αυτό επικυρώθηκε με ένα άτυπο, βουβό και υποβόσκον «κοινωνικό συμβόλαιο». Σαν να υπήρξε μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Σαν να συμφωνήθηκε ότι ο ένας θα αφήνει τον άλλον να κάνει ό,τι θέλει (οι πολίτες να κλέβουν την Εφορία, να χτίζουν αυθαίρετα οι πολιτικοί τις μίζες τους και τα υπόλοιπά τους) και ουδείς θα ενοχλεί ουδένα. Φυσικά και αυτό δεν αφορούσε όλους, αλλά το όποιο ποσοστό καθορίζει και την τάση. Υστερα από πενήντα – εξήντα χρόνια, όποιος πάει να σπάσει αυτήν τη συνθήκη θα τους βρει απέναντί του όλους. Διότι, κακά τα ψέματα, ρουσφέτια δεν κάνουν μόνο οι πολιτικοί του κυβερνώντος κόμματος.

Το αγκάθι της γραφειοκρατίας

Ολο αυτό ακούγεται παλαιοκομματικό, αντιθεσμικό, πελατειακό και ό,τι άλλο. Και είναι. Από την άλλη, μήπως αποτελεί και ένα είδος παυσίπονου για κάποιες χρόνιες παθήσεις του ελληνικού κράτους; Τα ρουσφέτια ή διευκολύνσεις ή όπως και να τα πούμε δεν έχουν να κάνουν μόνο με λαμογιές, παράνομες χρηματοδοτήσεις και ευκαιρίες πλουτισμού. Σε πολλές περιπτώσεις είναι απλώς ένας τρόπος αντιμετώπισης μιας διαδαλώδους γραφειοκρατίας, καθυστερήσεων που δεν νοούνται σε ένα κράτος το οποίο λειτουργεί κανονικά, διαχείρισης ενός προβλήματος μεταξύ πολιτών και κράτους το οποίο δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Μην ξεχνάμε, για παράδειγμα, το περίφημο «γρηγορόσημο». Αν οι κρατικές μηχανές δούλευαν στο φουλ δεν θα χρειαζόταν μπαξίσι. Από την άλλη, μήπως οι καθυστερήσεις γίνονται ακριβώς για να υπάρχει μπαξίσι; Και πόσο ρουσφέτι, με την αρνητική έννοια, θεωρείται το να μεσολαβήσει ένας βουλευτής ώστε να μπει κάποιος άνθρωπος στο νοσοκομείο πριν πεθάνει ή να τον προσέξουν οι γιατροί;

Και οι μεν και οι δε

Τι χρειάζεται τώρα για να λειτουργεί αποτελεσματικά το κράτος; Για να μην υπάρχουν καθυστερήσεις, παρανοήσεις, ταλαιπωρία, αναποτελεσματικότητα, αυτά τα παιχνίδια με την κοινωνία που θυμίζει τη γάτα με το ποντίκι. Που και έτσι ακριβώς να μην είναι ή να έχει κάποια δόση υπερβολής, αφού έτσι το εισπράττει ο μέσος πολίτης, έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσει και η εκάστοτε κυβέρνηση. Χρειάζονται λοιπόν τεχνοκράτες, μάνατζερ. Ανθρωποι που ξέρουν τι σημαίνει πρότζεκτ, χρονοδιάγραμμα, έρευνα, μελέτη στοιχείων, συγκρίσεις, μοντέλα και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Ας πούμε άνθρωποι σαν τον Ακη Σκέρτσο. Οι οποίοι ωστόσο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους αυτό που στις επιχειρήσεις λέγεται «έρευνα αγοράς». Και στην πολιτική ώσμωση με την κοινωνία. Και όχι μόνο με τον αφρό της αλλά και με τα βάθη της. Δηλαδή άνθρωποι της πιάτσας.

Στις μέρες μας είναι ιδιαίτερα σπάνιο ένας τεχνοκράτης να είναι συγχρόνως και άνθρωπος της πιάτσας. Δεν βγαίνει ο χρόνος βρε παιδί μου. Οπότε, για να το πω εντελώς σχηματικά, σε μία κυβερνώσα παράταξη ή στο περιβάλλον ενός πρωθυπουργού, πρέπει να υπάρχουν και οι μεν και οι δε. Και τεχνοκράτες και άνθρωποι της πιάτσας, αυτοί που μπορούν να αφουγκραστούν και να αποκρυπτογραφήσουν – δεν είναι πάντα ξεκάθαρος – τον παλμό της κοινωνίας. Και οι μεν θα τροφοδοτούν τους δε. Ο τεχνοκράτης θα ρυθμίσει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που θα έχει «ιχνογραφήσει» εκείνος ο οποίος έχει καθημερινή τριβή με τους πολίτες. Που ξέρει τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, τα στερεότυπά τους. Οπότε, στην προκειμένη περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι ο Ακης Σκέρτσος αλλά το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει κοντά του ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν και μπορούν να «ακούσουν» τους σφυγμούς του κόσμου. Λέει ότι αυτά τα συζητά με τη σύζυγο και τα παιδιά του. Θεωρεί ότι είναι επαρκής πηγή πληροφόρησης;

Τα διδάγματα της Ιστορίας

Δεν γίνεται για πρώτη φορά αυτή η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα. Μήπως δεν έλεγαν ότι το υπουργικό συμβούλιο του Σημίτη, από τους πολλούς καθηγητές, παρέπεμπε σε Σύγκλητο Πανεπιστημίου; Και η Ιστορία διδάσκει ότι οι διακεκριμένοι πολιτικοί είναι αυτοί που, με κάποιον τρόπο, μπορούν να πατάνε και στις δύο βάρκες. Για παράδειγμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν άνθρωπος της πιάτσας. Ούτε στα μπουζούκια πήγαινε ούτε ξεφάντωνε με ζεϊμπεκιές. Καθηγητής ήταν ο άνθρωπος. Είχε όμως κοντά του ανθρώπους, σαν τον εξ απορρήτων του Μιχάλη Ζιάγκα, που ήξεραν τι καπνό φουμάρει η κοινωνία. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «απ’ των Σερρών την Πρώτη», άνθρωπος μπαστουνάτος, έκανε παρέα με διανοούμενους, καλλιτέχνες, καθηγητές. Και από την παράλλη ο Γιώργος Παπανδρέου που κυβερνούσε λίγο – πολύ με την παρέα του, έπαθε σοκ όταν του πέταξαν το πρώτο μπουκαλάκι νερό. Ποιος να του πει ότι η κοινωνία «έβραζε» επί μήνες;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000