Ορισμένες προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση μοιάζουν βγαλμένες από το λαϊκιστικό και αντικοινοβουλευτικό κλίμα της πρώτης περιόδου της οικονομικής κρίσης.

Τότε, σε μία συγκυρία εξάπλωσης των συναισθημάτων απαξίωσης και περιφρόνησης στο κοινωνικό σώμα έναντι των κοινοβουλευτικών θεσμών και της πολιτικής τάξης, έστω και με σκοπό τον κατευνασμό και την ανακοπή του ρεύματος αυτού, είχαν πέσει στο τραπέζι του διαλόγου για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ορισμένες «καινοτόμες» προτάσεις, όπως η καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή, η μείωση του αριθμού των βουλευτών και ο χρονικός περιορισμός των βουλευτικών θητειών.

Τώρα, οι προτάσεις αυτές, καθαρά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, ως μια προσπάθεια «φυγής προς τα εμπρός» του κυβερνώντος κόμματος από τις τρέχουσες πολιτικές δυσκολίες του, φαίνεται ότι θα ανακυκλωθούν στην πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που αναμένεται να καταθέσει η Νέα Δημοκρατία εντός του Μαΐου 2026. Θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι και αυτή τη φορά οι σχετικές προτάσεις δεν θα ευδοκιμήσουν ακόμη κι αν η επόμενη Βουλή ολοκληρώσει την αναθεωρητική διαδικασία. Ας σημειωθεί εδώ ότι Αναθεωρητική Βουλή κατά την έννοια του άρθρου 110 Συντ. είναι μόνο η επόμενη Βουλή και όχι η μεθεπόμενη, δηλαδή εκείνη που θα προκύψει στην  περίπτωση διάλυσης της επόμενης Βουλής λόγω αδυναμίας σχηματισμού Κυβέρνησης κατά το άρθρο 37 Συντ. (βλ. Β. Χρήστου, Αναθεωρητική είναι η επόμενη των εκλογών Βουλή, σε : constitutionalism.gr).

Ωστόσο, επειδή οι προτάσεις αυτές ανεξάρτητα από την τύχη τους αποκλίνουν από τη συνταγματική παράδοση του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, χρειάζονται σχολιασμό, έστω σε αυτή τη φάση μόνο επί της αρχής.

Ειδικότερα, όσον αφορά το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, σε οποιαδήποτε εκδοχή του, ακόμη κι αν δεχθούμε για την οικονομία της συζήτησης, ότι δεν θίγει τον μη αναθεωρήσιμο πυρήνα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος κατά τα άρθρα 1§1 και 110§1 Συντ., δεν παύει πάντως να αποτελεί ένα αφύσικο στοιχείο για μια δημοκρατία κοινοβουλευτικής μορφής. Γι’ αυτό απαντάται μόνο κατ’ εξαίρεση στα κοινοβουλευτικά συστήματα, ενώ είναι ο κανόνας στα προεδρικά ή ημι-προεδρικά συστήματα.

Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία η Κυβέρνηση αποτελεί έκφραση του Κοινοβουλίου, κάτι που δεν σημαίνει μόνο σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου, αλλά και μια πιο στενή οργανική σχέση τους, διά μέσου της συμμετοχής βουλευτών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στην Κυβέρνηση. Αυτή η έστω μερική ταυτότητα μεταξύ Κυβέρνησης και Βουλής αποτελεί σταθερό στοιχείο του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Μάλιστα, υπό την προτεινόμενη εκδοχή του, με προσωρινό αναπληρωτή βουλευτή και δικαίωμα επανόδου του υπουργού στη Βουλή, είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι το ασυμβίβαστο θα λειτουργήσει ως παράγων για την περαιτέρω ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων.

Η μείωση του αριθμού των βουλευτών από 300 σε 200 ή 250 σε συνδυασμό ή όχι με ένα νέο εκλογικό σύστημα, μπορεί να γίνει και χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, εκτός εάν θεσπιστεί στο Σύνταγμα σταθερός ή κυμαινόμενος αριθμός βουλευτών κατώτερος των 300. Μια τέτοια απόφαση του κοινού ή αναθεωρητικού νομοθέτη θα μειώσει την αντιπροσωπευτικότητα του Κοινοβουλίου και σε συμβολικό επίπεδο θα αποδυναμώσει την πολιτικο-συνταγματική σπουδαιότητά του, από τη στιγμή μάλιστα που επιστρατεύεται το επιχείρημα της μείωσης του κόστους, σαν η Βουλή να είναι μια δημόσια υπηρεσία με πλεονάζον προσωπικό. Δεν υπάρχει άλλωστε ένα διεθνές standard ή επιστημονικό κριτήριο για μια ορισμένη σχέση μεταξύ του αριθμού των κοινοβουλευτικών εδρών και του μεγέθους του πληθυσμού. Εν συγκρίσει προς άλλες χώρες με αντίστοιχο πληθυσμό, η Ελλάδα έχει υψηλότερο ή χαμηλότερο αριθμό βουλευτών (για παράδειγμα, η Πορτογαλία έχει 230 βουλευτές, αλλά η Σουηδία έχει 349).

Οσον αφορά τέλος τον χρονικό περιορισμό των βουλευτικών θητειών, που προϋποθέτει προσθήκη αντίστοιχου κωλύματος στο άρθρο 56 Συντ., πρέπει να παρατηρηθεί ότι η παρουσία βουλευτών με μακρά κοινοβουλευτική σταδιοδρομία δεν βλάπτει, αλλά μάλλον ωφελεί τη Βουλή και το κοινοβουλευτικό έργο. Γενικότερα, ο περιορισμός των δικαιωμάτων επανεκλογής δεν προσιδιάζει στην εκλογή των μελών του νομοθετικού οργάνου. Αν οι εκλογείς θέλουν την επανεκλογή του ίδιου βουλευτή για περισσότερες θητείες, αρκεί ότι το θέλουν.

O Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου ΕΑΠ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000