Η πρόσφατη άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανασύρει από το αρχείο τη δικογραφία των υποκλοπών προκαλεί εύλογα, πολιτικά αλλά και θεσμικά, ερωτήματα. Η χαραμάδα που άνοιξε, μετά την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (ΜονΠλημ), για την ίδια – ουσιαστικά – υπόθεση, φαίνεται – σ’ αυτή τη φάση – να κλείνει. Κάποιες ελπίδες, για να μη μείνει το σκάνδαλο ανεκκαθάριστο, σιγά-σιγά, εξανεμίζονται. Οι επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου είναι πολυσήμαντες. Δύο, μόνο, πτυχές του προβλήματος, όχι ιδιαίτερα προβεβλημένες, θα δούμε εδώ:

— Με την απόφ. ΜονΠλημ Αθ 853/2026 διαπιστώθηκαν ενδείξεις τέλεσης εγκλημάτων (ενδεικτικά: κατασκοπείας, ψευδούς κατάθεσης) και ζητήθηκε από την Εισαγγελία η διενέργεια αντίστοιχης ποινικής έρευνας. Από την άλλη πλευρά, η Εισαγγελία αρνήθηκε να (επαν)εξετάσει την υπόθεση, θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία καθώς η υπόθεση «διερευνήθηκε πλήρως» στο παρελθόν. Ούτε καν λοιπόν μια προκαταρτική εξέταση, για να δούμε – έστω – αν υπάρχει περίπτωση άσκησης δίωξης. Ετσι, όμως, προκαλείται μια σοβαρή θεσμική αντίφαση, αφού δύο όργανα της ποινικής δικαιοσύνης (Δικαστήριο-Εισαγγελία) αντιπαρατίθενται, όχι γενικά αλλά ενόψει μιας τόσο σημαντικής υπόθεσης. Αυτή η κατάσταση αντίφασης είναι εξόχως προβληματική, καθώς δεν προβλέπεται κάποιος τρόπος επίλυσής της.

— Η απόφαση του ΜονΠλημ Αθ προσέφερε στην Ελληνική Δικαιοσύνη τη δυνατότητα να ξαναδεί, με περισσότερη προσοχή και νηφαλιότητα, την υπόθεση των υποκλοπών. Εδωσε επίσης την ευκαιρία για την αποκατάσταση του κύρους της και την επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών σ’ αυτήν. Τα πρόσφατα πλήγματα ήταν πολλά: αρχικά η «γνωμοδότηση Ντογιάκου», στη συνέχεια η «μεθόδευση Αδειλίνη», και, τελικά, το «πόρισμα Ζήση», εμφάνισαν τη Δικαιοσύνη, στο ανώτατο μάλιστα επίπεδο, απλώς να συντονίζεται με τις κυβερνητικές επιδιώξεις. Η εμπιστοσύνη των πολιτών έπεσε στο ναδίρ. Ομως αντί η Εισαγγελία να λάβει το «δώρο», που της έκανε η απόφαση του ΜονΠλημ και να «γυρίσει το παιγνίδι», έκανε το αντίθετο, θάβοντας – ακόμα πιο βαθιά – την υπόθεση των υποκλοπών. Μια χαμένη ευκαιρία…

Η Δικαιοσύνη (εδώ ανήκει και η Εισαγγελία) πρέπει να είναι, αλλά και να φαίνεται ότι είναι, ανεξάρτητη. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η ηγεσία της δίνει διαρκώς την εντύπωση ότι, αντί να ορθοτομεί το δίκαιο, απλώς πολιτεύεται, στο πλευρό της κυβέρνησης. Η εισαγγελική διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών, αλλά και άλλων «μεγάλων» υποθέσεων, ενίσχυσε στο έπακρο αυτή την εικόνα. Πώς αλλιώς να σκεφθεί κανείς όταν ένα δικαστήριο, όπως το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, βλέπει ενδείξεις εγκλημάτων (ακόμα, μάλιστα, και κατασκοπείας), και την ίδια στιγμή η διωκτική Αρχή, δηλ. η Εισαγγελία, κρατά τα μάτια «ερμητικά κλειστά». Τελικά, μήπως η Θέμιδα δεν είναι τυφλή αλλά απλά αλληθωρίζει· μήπως η ζυγαριά της είναι «πειραγμένη»; Το βάρος των απαντήσεων πέφτει στους έλληνες δικαστικούς λειτουργούς· θα τις περιμένουμε.

Ο Ευτύχης Φυτράκης είναι νομικός

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000