Κανονικά, η σημερινή ημέρα θα έπρεπε να είναι εθνική γιορτή. Διότι έχει καταγραφεί, ως ημέρα Εθνικής Συμφιλίωσης. Τριάντα τρία χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, στις 30 Απριλίου 1982, ψηφίστηκε ο νόμος που αναγνώριζε την Εθνική Αντίσταση. Το πρόταγμα ήταν η επούλωση των τραυμάτων μίας εμφύλιας σύρραξης που είχε περισσότερα θύματα απ’ όσα ο πόλεμος στην Αλβανία κι η αντίσταση κατά των Γερμανών. Κανονικά λοιπόν, θα έπρεπε να το γιορτάζουμε. Κανονικά. Πόσο όμως, μπορεί να ισχύσει η κανονικότητα ως προς αυτό σε μία χώρα που, με τα Κερκυραϊκά του Πελοποννησιακού Πολέμου, έχει την πατέντα και την ιστορική πρωτιά του εμφύλιου;
Σήμερα, έχουν περάσει περισσότερα χρόνια από την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης απ’ όσα είχαν περάσει από τη λήξη του Εμφυλίου έως το 1982. Και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα αναπαράγεται καθημερινά, στα σόσιαλ μίντια, σε δηλώσεις βουλευτών και πολιτικών, σε κομματικές διοργανώσεις, σε συνθήματα και διατύπωση απόψεων. Βεβαίως και Εθνική Συμφιλίωση δεν σημαίνει κατάργηση των πολιτικών και κομματικών αντιπαραθέσεων, ακόμη και συγκρούσεων. Εξασφαλίζει, όμως, το δημοκρατικό πλαίσιο εντός του οποίου γίνονται αυτές οι συγκρούσεις με απώτερο πάντα σκοπό το καλό της χώρας. Χωρίς μίσος και εμπάθεια. Με επουλωμένες τις πληγές που είχε ανοίξει ο αδελφοκτόνος πόλεμος. Με τους όρους «αριστερός» και «δεξιός» να προσδιορίζουν πολιτική ιδεολογία και όχι να ράβουν κουστουμάκι ηθικής καταξίωσης ή απαξίωσης.
Σιγά που θα γινόταν. Τα τελευταία χρόνια, τα απόνερα του Εμφυλίου είναι και πάλι ορμητικά· οι μεν συνεχίζουν να αποκαλούν τους δε «ρουφιάνους» και οι δε τους μεν «προδότες». Πολιτικοί μιλάνε για «τεμπέληδες αριστερούς» ή για «δεξιά καθάρματα». Μνημονεύεται η Πηγάδα και από το ΚΚΕ γιορτάζεται η ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού στο Λιτόχωρο. Κόμματα και παρατάξεις υιοθετούν την εμφυλιοπολεμική ρητορική μίσους· ενώ κι οι δύο πλευρές ισχυρίζονται ότι «δεν τέλειωσαν, όπως έπρεπε τότε τη δουλειά» εννοώντας ότι δεν σκότωσαν ακόμη περισσότερους. Βλέπω νεολαίους κομμάτων να φωνάζουν τα συνθήματα του Εμφυλίου και να τραγουδούν τους «παιάνες» εκείνης της εποχής. Και ο Αλέξης Τσίπρας λέει στον Νίκο Χαρδαλιά ότι θα έπρεπε να είναι αριστερός, υπονοώντας ότι είναι πολύ καλός για να είναι δεξιός.
Πόσους μικρούς εμφύλιους δεν έχουμε ζήσει από το 1982 έως σήμερα; Με κορυφαία τη «σύρραξη» του δημοψηφίσματος του 2015; Και τη φιέστα για τον ένα χρόνο διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με τους παρευρισκόμενους να ουρλιάζουν σαν σε αρένα όταν προβάλλονταν στις γιγαντοοθόνες φωτογραφίες «αντιφρονούντων» δημοσιογράφων. Σε μια χώρα όπου η αυτοδικία έχει γίνει μόδα όπως διάβαζα χθες στα «ΝΕΑ», ο εμφύλιος είναι μια χαρά «σανός» που τρέφει το μίσος και την αντίληψη ότι κάποιοι δεν έχουν «τιμωρηθεί» αρκετά.
Λένε ότι την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Την καρπώνονται και την εργαλειοποιούν, όμως, αυτοί που επικαλούνται ηθικό πλεονέκτημα. Και ο αυταρχισμός και η εκδικητικότητα με την οποία φέρθηκαν οι νικητές στους ηττημένους καλλιέργησε το ηθικό πλεονέκτημα. Ομως σήμερα, ελάχιστοι ζουν από τους εμπλεκόμενους στον Εμφύλιο. Και στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα όπως είχε πει ο αείμνηστος Παύλος Μπακογιάννης, εμπνευστής του νόμου του 1989 που εξάλειψε το εμφυλιακό λεξιλόγιο. Και ήταν αυτός ο λόγος που τον δολοφόνησε ο Κουφοντίνας.
Αριστερά, δεξιά
Εδώ και πολλές δεκαετίες, το «αριστερός» και το «δεξιός» έχει αποκολληθεί εντελώς από τα προ 80 ετών σχήματα. Για παράδειγμα, ο Χατζιδάκις που είχε καταχωρηθεί ως δεξιός, έγραφε, το 1985 για τη δολοφονία του Καλτετζά: «Οταν έχω να κρίνω ανάμεσα σε ένα παιδί 15 χρόνων που πετάει μολότοφ κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού…». Και ο Παζολίνι που ήταν αριστερός είχε πει σε φοιτητές που έβριζαν τους «μπάτσους»:
«Από τα βλαστάρια των μεγαλοαστών που καίνε τον κόσμο με μολότοφ για να διασκεδάζουν την ανία τους παίζοντας τους αναρχικούς, εγώ προτιμώ το παιδί του φτωχού αγρότη που εσείς αποκαλείτε «μπάτσο», την ώρα που αγωνίζεται για την ασφάλειά μας».






