Είναι σαφές ότι η χώρα εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο. Το προεκλογικό κλίμα θα ήταν ακόμη πιο ορατό αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι νεότερες εξελίξεις με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την άρση της ασυλίας ικανού αριθμού κοινοβουλευτικών του κυβερνώντος κόμματος. Αυτά ανέδειξαν για άλλη μια φορά ένα ρήγμα μεταξύ όσων δίδουν προτεραιότητα στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και όσων πρεσβεύουν τον τεχνοκρατικό προσανατολισμό. Απότοκο αυτού του ρήγματος ήταν και το ανάμεικτο των εντυπώσεων από τις εξαγγελίες περί μερικού ασυμβιβάστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή και περί περιορισμού του αριθμού των βουλευτών. Σε αυτό το κλίμα, μάλλον ως προειδοποιητική βολή πρέπει να εκληφθεί η πληροφορία για σχεδιασμό επαναφοράς της λίστας στο ήμισυ του αριθμού των βουλευτών. Και για καθιέρωση μονοεδρικής εκλογής για τους υπόλοιπους. Αυτό το μέτρο καθιστά πανίσχυρο τον αρχηγό του κόμματος, ο οποίος, στα αρχηγικά κόμματα, μπορεί έτσι να ελέγξει την εκλογή σχεδόν του συνόλου των βουλευτών του κόμματός του.

Δίπλα σε αυτό το ρήγμα υπάρχει βεβαίως το βαθύτερο ζήτημα του πολιτικού προσανατολισμού. Το κυβερνητικό κόμμα έχει ταχθεί σε μία κεντροδεξιά κατεύθυνση. Με δεδομένη τη διεύρυνση των άκρων και την κατάσταση στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αυτή η κατεύθυνση έχει καταστήσει δυσχερές μέχρι σήμερα να ανέλθει το ΠΑΣΟΚ στον εναλλακτικό κυβερνητικό πόλο. Παράλληλα, δεν έχουν υπάρξει ισχυρές δυνάμεις που να δημιουργήσουν ισχυρό πόλο στο ακροατήριο της άπω Δεξιάς. Ωστόσο, αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι και δυνητικό μειονέκτημα. Στηρίζεται στην ικανότητα του συμβιβασμού, και της συνεχούς εναλλαγής στην πολιτική ατζέντα. Μία προς τα δεξιά και μία προς το κέντρο. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα είναι αν και πότε αμφότεροι θα απογοητευθούν.

Η γνώμη μας είναι ότι ο μείζων κίνδυνος προς την κυβέρνηση δεν προέρχεται από τα δεξιά. Σε συνθήκες πόλωσης, το μεγαλύτερο μέρος θα συσπειρωθεί. Ο κίνδυνος θα υπάρξει αν η κυβέρνηση απολέσει τη διείσδυσή της σε πιο δυναμικές και παραγωγικές δυνάμεις. Αν εκείνες πεισθούν ότι απόσβεσε τις ευκαιρίες που της δόθηκαν. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αντιπαρέλθει τα τρέχοντα προβλήματα με αυτό που ονομάζει φυγή προς τα εμπρός. Μιλώντας για τη συνταγματική αναθεώρηση και τις μεταρρυθμίσεις στην οικονομία. Αν η αντιπολίτευση αρνηθεί να μετάσχει σε αυτή τη συζήτηση, θεωρώντας την προσχηματική, θα κατηγορηθεί ότι δεν έχει σχέδιο. Το στοίχημα για εκείνη είναι να πείσει ότι στο δικό της σχέδιο μπορούν να στοιχηθούν τα δυναμικά στρώματα της κοινωνίας. Και να ευαισθητοποιηθούν οι απαθείς. Διότι η αντιπολίτευση πρέπει να κερδίσει όχι αυτούς που έχουν ήδη ταχθεί αντίπαλοι της ισχύουσας κατάστασης, αλλά αυτούς που μπορούν να ξυπνήσουν από την αταραξία και από τον εθισμό στη συγκατάβαση.

Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000