Η Τεχεράνη προειδοποίησε τις προάλλες πως, εάν συνεχιστεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός, δεν θα επιτρέψει τη συνέχιση εξαγωγών και εισαγωγών από τη Θάλασσα του Ομάν έως και την Ερυθρά Θάλασσα. Το τι εννοούσε το ιρανικό καθεστώς έμοιαζε με μισάνοιχτο βιβλίο, με τη λέξη «Χούθι» στο εξώφυλλό του και τη βασική απορία να είναι η εξής: μπορεί πραγματικά η Τεχεράνη να κάνει κάτι τέτοιο;
Ο δρ Ιλάν Μπέρμαν, ανώτερος αντιπρόεδρος του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής και πρώην σύμβουλος της CIA, είναι ένας από τους καλύτερους γνώστες του θέματος και η άποψή του είναι πάντα σημαντική για να προσπαθήσει κανείς να καταλάβει τη Μέση Ανατολή, ειδικά σε αυτούς τους καιρούς των ραγδαίων μεταβολών. Αυτό δεν αφορά μόνο την ειδίκευση και την εμπειρία του, αλλά και τους χώρους στους οποίους κινείται σήμερα στις ΗΠΑ.
Η προειδοποίηση της Τεχεράνης, εξηγεί, δεν είναι τυχαία. Με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από τους Αμερικανούς, το Ιράν κινδυνεύει να χάσει το χαρτί του παγκόσμιου εκβιασμού μέσω της ενεργειακής κρίσης, καθώς η επιδίωξη των ΗΠΑ είναι να καταφέρουν να κρατήσουν τα Στενά κλειστά και να στραγγαλίσουν σταδιακά το καθεστώς, με τρόπο που να το καταστήσουν πιο ευάλωτο και, παράλληλα, να μπορέσουν να προσελκύσουν και άλλους συμμάχους τους σε αυτή την προσπάθεια.
Κάτι που δεν έχουν πετύχει ακόμη. Διαφωνεί κάθετα όμως με τα περί κίνησης απελπισίας των ΗΠΑ με τον αποκλεισμό και αφήνει να νοηθεί ότι όλα είναι μέρος του σχεδίου.
Είναι, άλλωστε, φανερό ότι αυτή τη στιγμή και ο διάλογος εξυπηρετεί αμφότερα τα μέρη. Το μεν Ιράν αποφεύγει τις πολεμικές επιχειρήσεις – τις οποίες και ο ανώτερος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής των ΗΠΑ θεωρεί απομακρυσμένη πιθανότητα, εκτός από κάποια μεμονωμένα χτυπήματα, και πάλι εάν –, οι δε ΗΠΑ, συνομιλώντας, αποτρέπουν μια έκρηξη στην τιμή του πετρελαίου και συγκρατούν τις αγορές. Αυτό που ο δρ Μπέρμαν έχει να προσθέσει στην εικόνα αυτή είναι η παρατήρηση ότι οι ενεργειακές και ναυτιλιακές ροές έχουν ήδη προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, όπως λέει.
Σημείο – κλειδί
Αναφέρει ως βασικότερο παράδειγμα τη Σαουδική Αραβία, η οποία εξήγαγε περίπου 7 έως 7,5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως μέσω του Ορμούζ και τώρα ενεργοποίησε τον λεγόμενο αγωγό Ανατολής – Δύσης, που διασχίζει τη σαουδαραβική επικράτεια και οδηγεί σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο, στην όλη ιστορία, σημείο: στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, το στενό που ελέγχει την είσοδο στην Ερυθρά Θάλασσα. Το Ιράν γνωρίζει ότι η θέση του αποδυναμώνεται εξαιρετικά με αυτή την εξέλιξη, καθώς, εν μέσω μάλιστα αποκλεισμού των ιρανικών εξαγωγών από το Ορμούζ, μεγάλο μέρος της κυκλοφορίας πετρελαιοφόρων μεταφέρεται σε ένα άλλο σημείο – κλειδί.
Γι’ αυτό και το Ιράν απειλεί. Εδώ, σημειώνει ο δρ Μπέρμαν, είναι που οι Χούθι μπορεί να εξελιχθούν στην επόμενη μεγάλη απειλή για τη ναυσιπλοΐα και ειδικά για τη μεταφορά πετρελαίου. Τονίζει πάντως πως αφενός μεν, λόγω και της απόστασης αλλά και των πληγμάτων που έχει δεχθεί, το Ιράν δεν μπορεί να κάνει πολλά στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, αφετέρου δε οι Χούθι δεν είναι βέβαιο ότι, με την αποκοπή της βοήθειας από το Ιράν, θα παραμείνουν εσαεί στο πλευρό της Τεχεράνης. Η Σομαλιλάνδη
Και κάπου εδώ ανοίγει και το κεφάλαιο Σομαλιλάνδη. Ο πρώην σύμβουλος της CIA στέκεται στο ιδιαίτερο βάρος μιας εξέλιξης που, όπως τονίζει, πολλοί παρατήρησαν αλλά λίγοι ερμήνευσαν σωστά: την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ. Η κίνηση αυτή, εξηγεί, είχε ξεκάθαρη στρατηγική λογική, επειδή η Σομαλιλάνδη βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Υεμένη και το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ.
Ενα από τα μεγάλα προβλήματα του Ισραήλ στα δύο χρόνια του πολέμου της Γάζας και του πολυμέτωπου περιφερειακού πολέμου, προσθέτει, ήταν η απουσία σταθερού και μακρόπνοου τρόπου αποτροπής των Χούθι. Η γεωγραφική απόσταση, συμπληρώνει, δυσκόλευε εξαιρετικά την κατάσταση, ενώ οι επιθέσεις των Χούθι διατάρασσαν ακόμη και την κανονικότητα των αεροπορικών συνδέσεων προς και από το Ισραήλ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Σομαλιλάνδη μπορεί να προσφέρει στον ισραηλινό σχεδιασμό μια μελλοντική βάση προχωρημένων επιχειρήσεων ή, έστω, μια βάση πληροφοριών και επιτήρησης απέναντι στην Υεμένη. Κατά την ίδια λογική, τονίζει, αυξάνεται και το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Σομαλιλάνδη.
Η στροφή της Αγκυρας
Λογική, λοιπόν, είναι και η απορία για το τι γίνεται με την Τουρκία, η οποία άλλωστε επένδυσε τα μέγιστα στη Σομαλία και κρατά ανοιχτό το μέτωπο της σύγκρουσης με το Ισραήλ. Ο αξιωματούχος του Αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής επιλέγει να ξεκινήσει την απάντησή του από ένα άλλο σημείο.
«Ξέρετε», λέει, «μέχρι το προηγούμενο Σαββατοκύριακο θεωρούσα ότι η Τουρκία του Ερντογάν είναι ο αδύναμος κρίκος στο ΝΑΤΟ, πριν πάρει την πρωτιά η Ισπανία». Υπενθυμίζει, δε, ότι πριν από 25 τόσα χρόνια η Τουρκία και το Ισραήλ θα μπορούσαν να οικοδομήσουν μια στρατηγική σύμπλευση. Γιατί ίσχυε αυτό; ρωτά και απαντά: Διότι και οι δύο αισθάνονταν ότι ήταν «ξένο σώμα» στη Μέση Ανατολή.
Εκείνη η εποχή έχει τελειώσει, σπεύδει να συμπληρώσει, και στέκεται ιδιαίτερα στη στροφή της Αγκυρας προς τη Μέση Ανατολή, την ισλαμιστική της ατζέντα, τη σχέση που καλλιέργησε με το Ιράν, αλλά και την υπονόμευση της συνοχής, όπως λέει, του ΝΑΤΟ από την Αγκυρα. Προσθέτει δε, με νόημα, ότι σε συνομιλίες που είχε με ξένους αξιωματούχους, κατονομάζοντας τουλάχιστον το Αζερμπαϊτζάν μεταξύ αυτών, άκουσε την επίμονη θέση ότι μεγάλο μέρος της ρητορικής Ερντογάν γίνεται για εσωτερική κατανάλωση.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι μια τέτοια ψύχραιμη, όπως χαρακτηριστικά είπε, ανάγνωση ίσως είναι ευκολότερη για την Ουάσιγκτον απ’ ό,τι για το Ισραήλ. Αφήνει, όμως, ξεκάθαρα να νοηθεί ότι όλα τα πιο πάνω αφαιρούν, παρά προσθέτουν, δυνατότητες για την Τουρκία στην περιοχή.



