…Και τίποτα δεν είναι όπως παλιά», για να συμπληρώσω τη φράση του τίτλου σύμφωνα με το τραγούδι των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα, «Γέλα πουλί μου». Και τι λέει μετά; «Μένει όμως ακόμη ένα πείσμα που δεν είναι συνήθεια μοναχά». Τι σχέση έχει τώρα αυτό με το Πάσχα; Εξηγούμαι. Προσπαθούσα να ανασύρω την πρώτη μου πασχαλινή ανάμνηση από το βάθος πολλών ετών – ας μην πω πόσων, πάρα πολλών πάντως. Δεν προέρχεται από το «οικογενειακό άλμπουμ», δεν έχει να κάνει με τσουγκρίσματα κόκκινων αβγών και όλη τη μηχανορραφία, αντίστοιχη με αυτήν της βασιλόπιτας, ώστε να μείνει άσπαστο το αβγό του «παιδιού», ούτε καν με στρακαστρούκες, όπως λέγαμε τότε τα βεγγαλικά. Κάπου στο βάθος, υπάρχει μία ανάμνηση από τα τσουρέκια της γιαγιάς μου που δεν ήταν καθόλου μαστιχωτά αλλά συμπαγή και μεστά για να αντέχουν το βούτηγμα στο γάλα χωρίς να παπαριάζουν και να διαλύονται.

Ωστόσο, η πιο έντονη και η πιο παλιά πασχαλινή ανάμνησή μου είναι οι γελοιογραφίες εκείνης της εποχής σε περιοδικά και εφημερίδες. Οταν ακόμη η ασπρόμαυρη τηλεόραση είχε πρόγραμμα τέσσερις ώρες την ημέρα, τα περιοδικά και οι εφημερίδες ήταν για μένα το μεγαλύτερο παράθυρο στον κόσμο των μεγάλων. Καμωνόμουν με ύφος περίφροντι ότι διάβαζα αλλά, στην πραγματικότητα, καταλάβαινα μόνο τις γελοιογραφίες. Οι οποίες, τέτοιες μέρες, είχαν αμιγώς πασχαλινή θεματική. Ο κότσος-λάχανο της κυρίας που άρπαξε φωτιά από τη λαμπάδα του πισινού της (άλλο λογοπαίγνιο κι αυτό) στην Ανάσταση, τα χούφταλα που βρίσκουν ευκαιρία για να δώσουν το φιλί της αγάπης σε νεαρές-τούμπανα, το κόρτε με αφορμή την ανταλλαγή του Αγίου Φωτός, οι κραιπάλες στο φαγητό και το ποτό, οι οικογενειακές μπηχτές στο πασχαλινό τραπέζι, οι καβγάδες πάνω από τον οβελία, οι καούρες που ακολουθούν το φαγοπότι.

Εδώ λοιπόν κολλάνε οι Κατσιμιχαίοι. Τόσα χρόνια από τότε κι ενώ έχουν αλλάξει όλα, μοιάζει τίποτα να μην έχει αλλάξει σε σχέση με τα πασχαλινά έθιμα. Από ένα πείσμα που δεν είναι μόνο η συνήθεια της παράδοσης αλλά η έκφραση μιας ανάγκης επιστροφής σε τελετουργικά τα οποία έχουν διαμορφώσει αυτό που είμαστε. Δεν θεωρώ ότι τα νέα παιδιά – αλλά και τα λίγο μεγαλύτερα με εμφανή όμως τα «σημάδια» μιας άλλης αισθητικής και κουλτούρας – που πηγαίνουν στις εκκλησίες το βράδυ της Ανάστασης πιστεύουν ακριβώς στο θείο δράμα. Ολο αυτό, όμως, μοιάζει με επιστροφή στην ασφάλεια του οικείου, σε αυτό που έχεις κάνει και ξανακάνει πολλές φορές στη ζωή σου αλλά πάντα είναι σαν να το κάνεις για πρώτη φορά.

Να, για παράδειγμα στην πατρίδα μου τη Σύρο όπου, τη Μεγάλη Παρασκευή, τρεις Επιτάφιοι συναντιούνται στην πλατεία του Δημαρχείου. Στριμωξίδι και των γονέων από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και το οποίο, τα τελευταία χρόνια, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού, έχει γίνει ασφυκτικό. Εκεί όμως κάθε χρόνο. Να βλέπω συγγενείς και φίλους να μεγαλώνουν μαζί μου, τα εγγόνια του τότε να έχουν γίνει γιαγιάδες και παππούδες, να έχουν αλλάξει όλα γύρω εκτός από το τελετουργικό της συνάντησης των Επιταφίων. Και εγώ, με κίνδυνο της σωματικής μου ακεραιότητας να προσπαθώ να σκαρφαλώσω στη μαρμάρινη εξέδρα που σκαρφάλωνα όταν ήμουν παιδί, για να δω τι; Κάτι που έχω δει και ξαναδεί. Αυτό όμως δεν συμβαίνει και με τις αρχαίες τραγωδίες; Τις παρακολουθούμε συνεπαρμένοι, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά το τέλος.

Πάσχα στο Διαδίκτυο

Οχι πως τα σόσιαλ μίντια δεν ξεχείλισαν από την τσίκνα του οβελία. Σκρόλαρες και νόμιζες ότι σε έπιανε η χαρακτηριστική μυρωδιά της αναπνοής των ανθρώπων που έχουν «πιει τις κάλτσες τους». Και που, σε αυτήν την κατάσταση, πόσταραν Καρούζο («Εαρ μικρό, έαρ βαθύ, έαρ συντετριμμένο») και πίνακες με τα κεριά του Μποκόρου που είναι σαν να σου λένε «Στούμπιξε κι εσύ ένα κρεμμύδι, μπορείς». Διότι, έτσι ή αλλιώς, η τελετουργία είναι η πιο εύκολη πρόσβαση στην ποίηση της καθημερινότητας. Αυτήν που όλοι έχουμε ανάγκη.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Στα Σχοινιά: Ουγγαρία, Όρμπαν, AfD και Τραμπ - Τι αλλάζει στην Ευρώπη