Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ – και δεν είναι το μοναδικό – ήρθε στο φως, κατά κοινή ομολογία, χάρη στις συστηματικές προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Θα ανέμενε λοιπόν κανείς οι θεσμοί της χώρας μας, οι οποίοι, στο ευνοϊκότερο (αν και όχι ιδιαίτερα αληθοφανές) για εκείνους σενάριο, στάθηκαν παντελώς ανίκανοι να αντιληφθούν τα όσα εγκληματικά συνέβαιναν για χρόνια μπροστά στα μάτια τους, να μην επιχειρούν να παρεμποδίσουν το έργο της. Δυστυχώς, όμως, όπως προκύπτει από την πρόσφατη (22.5) επιστολή της ευρωπαίας γενικής εισαγγελέως προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτό ακριβώς κάνουν.

Η ευρωπαία γενική εισαγγελέας δεν μασάει τα λόγια της. Κρίνει, αφενός, ότι η πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης να τροποποιήσει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκειμένου να προβλεφθεί ειδική διαδικασία για όσα κακουργήματα διαπράττονται από βουλευτές έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνά και να διώκει αποτελεσματικά αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και, αφετέρου, ότι η άρνηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να αναγνωρίσει την πλήρη ισχύ της απόφασης του συλλογικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για ανανέωση της θητείας τριών ελλήνων ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων για πέντε χρόνια υπονομεύει την ανεξαρτησία τους.

Η σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με σκοπό την επαρκέστερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από αξιόποινες πράξεις προβλέφθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το 2009, για καιρό όμως προσέκρουε στις αντιρρήσεις ορισμένων κρατών-μελών (η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν ομόφωνα). Τα υπόλοιπα, ανάμεσά τους ευτυχώς και η Ελλάδα, προχώρησαν τελικά στη σύστασή της με την καθιέρωση μεταξύ τους ενισχυμένης συνεργασίας, όπως είχαν πράγματι τη δυνατότητα να πράξουν, το 2017.

Είναι ίσως περιττό να σημειωθεί πως ο κανονισμός 2017/1939, με τον οποίο ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και καθορίστηκαν οι κανόνες λειτουργίας της, δεν περιέχει απλές συστάσεις που τα κράτη-μέλη δύνανται να ακολουθούν ή να αγνοούν κατά το δοκούν, αλλά από κάθε άποψη νομικά δεσμευτικές διατάξεις. Και, όπως όλες οι νομικά δεσμευτικές πράξεις του δικαίου της Ενωσης, υπερισχύει έναντι τυχόν αντίθετων ρυθμίσεων του εθνικού δικαίου. Τα κράτη-μέλη οφείλουν επομένως να τον εφαρμόζουν ορθά, συμμορφούμενα τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα του. Η παράταση της θητείας των τριών ελλήνων ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων για δύο και όχι για πέντε χρόνια έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα του (άρθρο 17), η τελευταία τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του.

Με δυο λόγια, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αμφισβητεί ευθέως τον σεβασμό από τις αρμόδιες ελληνικές Αρχές της υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας με τα όργανα και τους οργανισμούς της Ενωσης. Ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θεωρήσει ότι όσα προσάπτονται στη χώρα μας είναι τόσο σοβαρά ώστε να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός του Κανονισμού 2020/2092, που οδηγεί στη λήψη δραστικών μέτρων (για παράδειγμα, στην αναστολή πληρωμών), είναι απολύτως σαφές ότι πλέον τίθεται και για τη χώρα μας, από επίσημα χείλη και επιτακτικά, ζήτημα εκ προθέσεως παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

Ο Δημοσθένης Λέντζης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail