Από τότε που ο αείμνηστος Φρανσουά Μιτεράν εξηγούσε στους συγχρόνους του ότι πολιτική είναι πρωτίστως διαχείριση συμβόλων, κύλησε τόσο πολύ νερό κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα, ώστε ελάχιστοι ήταν αυτοί που πλέον πίστευαν ότι το ποτάμι θα μπορούσε ποτέ να γυρίσει πίσω επιστρέφοντας στα μεγάλα πολιτικά αφηγήματα και τις ιδεολογικές αναζητήσεις που άρδευαν τα πεδία των κοινωνικών συγκρούσεων της νεωτερικής περιόδου.
Οι περισσότεροι εξάλλου είχαν αρχίσει να πείθονται από τις μετανεωτερικές δοξασίες που κατέκλυσαν τους δημόσιους χώρους της μεταβιομηχανικής εποχής, ότι είχε πράγματι φθάσει το τέλος της Ιστορίας και των φαντασιώσεων που τη συνόδευαν αναζητώντας κάποιο νόημα πέραν αυτού που είχε αφ’ εαυτού το κυνήγι της ατομικής, άντε και της οικογενειακής, επιτυχίας. Κάπως έτσι, άλλωστε, ο πραγματισμός έγινε αναμφισβήτητος και η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού ακαταμάχητη. Τα μάθημα του Μιτεράν ξεχάστηκε. Το πολιτικό τοπίο ερημοποιήθηκε ιδεολογικά. Οι πηγές έμπνευσης των κοινωνικών κινημάτων στέρεψαν με αποτέλεσμα να αρχίσει η αφυδάτωση, η συρρίκνωση και η κρίση της αντιπροσωπευτικότητάς τους.
Στην Ελλάδα η κρίση αυτή εμφανίστηκε μαζί με το παγκοσμίως γνωστό φαινόμενο της «πασοκοποίησης». Ηταν αυτό που οδήγησε τελικά στην κατάρρευση του δικομματισμού της Μεταπολίτευσης. Θεωρήθηκε συνέπεια της επιβολής των Μνημονίων. Αλλά στην πραγματικότητα τα αίτιά του υπήρξαν πολύ βαθύτερα και προγενέστερα. Κάτι, άλλωστε, που το ΠΑΣΟΚ δεν μπόρεσε να καταλάβει· εξού και δεν μπόρεσε ποτέ να ανακάμψει.
Το ίδιο εξάλλου θα δυσκολευθούν να πετύχουν και τα υπόλοιπα κόμματα της Μεταπολίτευσης στον βαθμό που θα συνεχίσουν να μην αντιλαμβάνονται το δίκιο που είχε πριν από τον Μιτεράν ο στρατηγός Ντε Γκωλ όταν επέμενε στην ανάγκη αυτονόμησης της πολιτικής από την αγορά και της αποκατάστασης της πολιτικής εμπιστοσύνης στη βάση της υπερβατικής σχέσης που οφείλουν να έχουν οι πραγματικοί ηγέτες με την αποστολή τους, το έθνος τους και την ιστορία του.
Οσο θεολογικό κι αν ακούγεται σήμερα ένα τέτοιο κήρυγμα, αποκτά πλέον μια επικαιρότητα άμεσα συνδεόμενη με τους λόγους που εξηγούν την άνοδο της θρησκευτικότητας σε καιρούς πλήρους ιδεολογικής ξηρασίας. Είναι λόγοι συναφείς με αυτούς που εξηγούν γιατί το κόμμα Καρυστιανού διατηρεί το πλεονέκτημα της προσέλκυσης της συμβολικής και ταυτόχρονα τιμωρητικής ψήφου προσφέροντας τη δυνατότητα να σηκώσει από τον καναπέ ουκ ολίγους απογοητευμένους από τις λειτουργίες του κομματικού συστήματος πολίτες. Παρόμοιοι είναι και οι λόγοι για τους οποίους ο Αλέξης Τσίπρας επωφελείται του κενού που έχει δημιουργήσει το ΠΑΣΟΚ στον χώρο της αντιπολίτευσης, βάζοντας πλώρη για την κατάκτηση της δεύτερης θέσης σε πρώτη φάση και της κυριαρχίας σε μια δεύτερη.
Απέδειξε στο Θησείο ότι έχει την ικανότητα να διαχειρίζεται σύμβολα. Μένει τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει εξίσου καλά και στη διαχείριση του πολιτικού χρόνου και των κοινωνικών αντιθέσεων. Από εκεί θα κριθεί η προγραμματική επάρκεια και η καταλληλότητα για τη διακυβέρνηση και όχι από τη στροφή του η όχι στο Κέντρο.
Μια τέτοια συζήτηση θα είχε ίσως νόημα αν εν τω μεταξύ δεν είχε διαρραγεί το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης, υπήρχε προοπτική ανόδου των μεσοστρωμάτων και τη μεσαία τάξη φόβιζε περισσότερο ο «κίνδυνος» μιας δεύτερης φοράς με την Αριστερά παρά η απειλή μιας επικείμενης έκπτωσης από τη θέση της στην κοινωνική ιεραρχία. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι από την Κύπρο μέχρι τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία το πολιτικό Κέντρο έχει χάσει το ενδιαφέρον του και περιθωριοποιείται ταχέως καταβάλλοντας το τίμημα της διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Αντιθέτως εκείνο που έχει τώρα πολύ μεγαλύτερη σημασία και αξία είναι να ανοίξει η όρεξη της πολιτικά ανόρεχτης κοινωνικής πλειοψηφίας που απελπίζεται με τον κατακερματισμό του κομματικού συστήματος και «ψήνεται» για νέα ρεκόρ αποχής, αρνούμενη να συγκινηθεί από έναν ανταγωνισμό θολών μηνυμάτων και μεσοβέζικων προτάσεων.
Το παράδειγμα το έδωσε πρόσφατα ο γάλλος ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλικσμάν, προετοιμαζόμενος να αντιμετωπίσει τον Ζαν-Λικ Μελανσόν στην κούρσα των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2027: «Εγώ», είπε στη Monde, «είμαι αυτός που οφείλει να εμπνεύσει την επιθυμία της συμμετοχής. Εκεί βρίσκεται το κλειδί και όχι στις επικλήσεις στη λογική των πολιτών».
Αν ο ελληνικός πολιτικός ανταγωνισμός ακολουθήσει το παράδειγμά του, δεν αποκλείεται να επανέλθει πολύ γρήγορα σε τροχιά αποκατάστασης της σαφήνειας και της δυναμικής που είχε ο δικομματισμός πριν καταρρεύσει.
Ο Γ. Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής








