Σ’ ένα αυτοσχέδιο ρινγκ, σε μια γωνιά που μοιάζει ξεχασμένη από τον χάρτη, ένας νεαρός φοράει τα γάντια του, έτοιμος να ριχθεί στη μάχη, ενώ γύρω του συγκεντρώνεται ένα μεγάλο πλήθος ανδρών. Ολοι μαζί στήνουν όχι απλώς ένα σκηνικό από μια αθλητική αναμέτρηση, αλλά ένα στιγμιότυπο έντασης από τον καθημερινό τους αγώνα για επιβίωση στις γειτονιές προσφύγων του Παρισιού.

Αυτές τις εικόνες κατέγραψε με τον φακό του ο Γουίλιαμ Κέο, o 30χρονος φωτογράφος ο οποίος με το πρότζεκτ του «Extramuros» κέρδισε στην κατηγορία του μακροχρόνιου έργου για την Ευρώπη στον φετινό διαγωνισμό φωτορεπορτάζ World Press Photo. Ο γάλλος φωτογράφος, που προέρχεται από οικογένεια μεταναστών από την Καμπότζη, διακρίθηκε ανάμεσα σε 3.747 συναδέλφους του που δήλωσαν συμμετοχή στον σημαντικό θεσμό του φωτορεπορτάζ. Με τον φακό του κατέγραψε στιγμές από τα παρισινά προάστια όχι ως εξαιρέσεις στη δημόσια ζωή της γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά ως κομμάτια μιας πραγματικότητας που σπάνια βρίσκει χώρο στο βλέμμα των επισκεπτών και των κατοίκων της.

Μια άλλη οπτική
«Το θέμα των προαστίων είναι πολύ περίπλοκο γιατί υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα παραποίησης των εικόνων που προέρχονται από αυτές τις περιοχές. Στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης συχνά ασχολούμαστε με αυτό το θέμα μόνο όταν συμβαίνουν βίαια περιστατικά όπως ταραχές ή τρομοκρατικές επιθέσεις. Μέσα από το πρότζεκτ μου εγώ ήθελα να δώσω την αίσθηση ότι είναι ένας χώρος όπου δεν συμβαίνουν μόνο τέτοια γεγονότα. Να δώσω μια άλλη οπτική για να περιγράψω καλύτερα ότι η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο νομίζουμε», ανέφερε ο Γουίλιαμ Κέο, μιλώντας στα «ΝΕΑ», λίγες ώρες μετά τη βράβευσή του.
«Ελπίζω με τη νίκη μου στον διεθνή διαγωνισμό ότι οι γειτονιές αυτές θα τύχουν μεγαλύτερης προσοχής. Γιατί στη Γαλλία πάντα αντιμετωπίζονται σαν να μην έχουν καμία σχέση με την ιστορία της χώρας, σαν να είναι κάτι ξεχωριστό. Ξοδεύουμε πολύ χρόνο προσπαθώντας να τα διαχωρίσουμε. Ελπίζω ότι κι άλλοι φωτογράφοι θα καταγράψουν τη δική τους πατρίδα, όπως έκανα εγώ για χρόνια, για να τραβήξουν την προσοχή και να μεταδώσουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, ν’ ανοίξουν κάποιες συζητήσεις», συνέχισε.
Προκειμένου ο ίδιος να ολοκληρώσει το πρότζεκτ του, εργάστηκε εννιά χρόνια σε γειτονιές προσφύγων και μεταναστών του Παρισιού κυρίως αλλά και της Μασσαλίας, σε γωνιές που δεν αποτέλεσαν για εκείνον απλώς ένα πεδίο φωτογράφισης αλλά ένα οικείο περιβάλλον αφού κι ο ίδιος προέρχεται από αυτές. Γι’ αυτό και η προσωπική σχέση με τα πρόσωπα και τις κοινότητες που αποτύπωσε, έδωσε στο έργο του μια σπάνια εσωτερικότητα κι αμεσότητα που ξεπέρασαν την απλή καταγραφή.

«Μεγάλωσα σε εργατικές κατοικίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι στις φωτογραφίες μου είναι άνθρωποι που γνωρίζω χρόνια. Μου επέτρεψαν να μπω στη ζωή τους επειδή ακριβώς τους γνώριζα ήδη. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι αυτό έκανε τη δουλειά μου πιο εύκολη. Αφιέρωσα πολύ χρόνο εξηγώντας τους γιατί ήταν σημαντικό να φωτογραφιστούν και να υπάρχουν αυτές οι ιστορίες, σαν ένας τύπος εκπροσώπησης στον τομέα του φωτορεπορτάζ. Πέρασα εννιά χρόνια επειδή ήταν δύσκολο γι’ αυτούς να με δεχτούν στον οικείο χώρο τους. Αυτού του είδους οι άνθρωποι φοβούνται να φωτογραφίζονται. Παίρνει χρόνο να σε εμπιστευτούν γιατί τόσο πολλοί δημοσιογράφοι τούς προδίδουν. Γι’ αυτό και μερικές φορές δεν μπορείς να δουλέψεις ως ανάθεση από κάποιο μέσο γι’ αυτού του είδους τις ιστορίες», επεσήμανε ο φωτογράφος και συμπλήρωσε: «Συνεργάστηκα επίσης με ιδρύματα, φυλακές, αστυνομικούς και νοσοκομεία. Είναι πολύ δύσκολο να καταφέρεις να έχεις πρόσβαση εκεί. Ακόμα πιο δύσκολο βέβαια ήταν με τους ανθρώπους εκεί επειδή έχεις να κάνεις με ευαίσθητες καταστάσεις και δεν σου επιτρέπουν να μπεις στη ζωή τους αφού είναι εξαιρετικά παρεξηγημένοι και δεν θέλουν να δώσουν χώρο στους δημοσιογράφους».
Εγγύτητα
Δουλεύοντας τις εικόνες του από τα προάστια, συνεργάστηκε με το φωτογραφικό πρακτορείο Magnum, ενώ πλέον δραστηριοποιείται ως ανεξάρτητος φωτορεπόρτερ, χωρίς θεσμικά όρια ή αποκλειστικές συνεργασίες. Κάποιες από τις βραβευμένες φωτογραφίες χρηματοδοτήθηκαν από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και τη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit», ενώ άλλες κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν επίσης στη γαλλική «Le Monde» και τους αμερικανικούς «New York Times».
«Το να εργάζεσαι σε ιστορίες κοντά στο σπίτι σου είναι σημαντικό γιατί ίσως είσαι ο καλύτερος άνθρωπος για να το κάνεις. Γνωρίζεις ήδη το πλαίσιο των ανθρώπων κι απλώς πρέπει να το δώσεις με ειλικρίνεια. Στη Γαλλία δεν υπάρχουν τόσο πολλοί άνθρωποι που να προέρχονται από τα προάστια και να καταγράφουν τέτοιου είδους ιστορίες επειδή είναι πολύ περίπλοκο. Δεν υπάρχουν πολλά μέσα ενημέρωσης που να ενδιαφέρονται γι’ αυτές αφού προτιμούν τις ιστορίες για τη βία. Ετσι, νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν απλώς κουραστεί να βλέπουν τέτοιου είδους πράγματα. Χρειαζόμαστε τη δημοσιογραφία της εγγύτητας και νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κάτι τέτοιο», κατέληξε ο Γουίλιαμ Κέο.
- Σοκαρίστηκο περιστατικό στην Αγγλία: Γειτονιά μετατράπηκε σε ρινγκ με όπλα, ξύλα και μπαστούνια (video)
- Άγρια συμπλοκή με τραυματίες σε καφετέρια στο Αίγιο – Είχε προηγηθεί επεισόδιο σε κλαμπ στα Σελιανίτικα
- WSJ: Η Ευρώπη καταρτίζει μεταπολεμικό σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ






