Οι Michaël Fœssel και Étienne Ollion, στο βιβλίο «Η Ακρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική», επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί η Ακροδεξιά εμφανίζεται σήμερα ισχυρότερη από ποτέ, σε μια εποχή κατά την οποία οι κοινωνίες της Δύσης δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν πολιτικά τον ίδιο τους τον εαυτό.
Οι συγγραφείς κάνουν λόγο για τον «θάνατο της πολιτικής γλώσσας». Και αυτό γιατί οι κοινωνίες μας χάνουν σταδιακά το λεξιλόγιο με το οποίο κατανοούσαν την πολιτική. Η διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς ατονεί, η ιστορική μνήμη εξασθενεί και οι ιδεολογίες δίνουν τη θέση τους σε στιγμιαίες εντυπώσεις και εικόνες.
Η σύγχρονη πολιτική δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τον καθοριστικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κι αυτό γιατί εκτός από τη μεροληψία η ίδια η λογική του σύγχρονου μιντιακού συστήματος ευνοεί την ακροδεξιά ρητορική.
Η αγωνιώδης αναζήτηση της τηλεθέασης, των κλικ και των προβολών διαμορφώνει ολοένα και περισσότερο τους όρους της δημόσιας συζήτησης. Η πολιτική επικοινωνία αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ένα βίντεο στο TikTok έχει φτάσει να θεωρείται πολλές φορές σημαντικότερο από έναν ολοκληρωμένο πολιτικό λόγο. Σε αυτό το περιβάλλον, ο καβγάς, η τοξικότητα και η υπερβολή επιβραβεύονται.
Σε ρυθμούς TikTok
Η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το επιχείρημα υποχωρεί μπροστά στην εικόνα και στο viral. Ο δημόσιος διάλογος κινείται πλέον σε ρυθμούς TikTok, όπου η ταχύτητα και η εντύπωση υπερισχύουν της ανάλυσης και του στοχασμού. Δεν απαιτείται συνεκτική σκέψη, αρκεί η διαρκής συναισθηματική διέγερση.
Ο θόρυβος ωστόσο δεν παράγει πολιτική. Ζούμε μέσα σε ένα περιβάλλον αδιάκοπης αντιπαράθεσης, σκανδάλων, τηλεοπτικών συγκρούσεων και διαδικτυακής αγανάκτησης. Αυτή η υπερπαραγωγή έντασης συχνότερα οδηγεί σε εξάντληση, αποπροσανατολισμό και κυνισμό. Ο πολίτης βομβαρδίζεται από πληροφορίες, αλλά δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να οργανώσει αυτές τις πληροφορίες σε ένα συνεκτικό πολιτικό νόημα.
Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Τραμπ, εκτός από λαϊκιστής, είναι η κατεξοχήν πολιτική έκφραση της σύγχρονης μνησικακίας. Παρά τον πλούτο και τη δύναμή του, κατάφερε να εμφανιστεί ως άνθρωπος που περιφρονείται από τις φιλελεύθερες και μορφωμένες ελίτ. Κατά τους συγγραφείς, ο τραμπισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός έξω από το μιντιακό περιβάλλον που τον ανέδειξε και ιδιαίτερα χωρίς τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Εξαιρετικά αποκαλυπτική είναι η αναφορά στη διάσημη φράση του επικεφαλής του CBS, ότι «ο Τραμπ ίσως να μην είναι καλός για την Αμερική, αλλά είναι εξαιρετικός για το CBS». Η φράση αυτή αποτυπώνει με ωμό τρόπο μια πραγματικότητα: η πόλωση, η αγανάκτηση και η διαρκής σύγκρουση αποτελούν σήμερα πολύτιμη πρώτη ύλη για τα κέρδη της βιομηχανίας ενημέρωσης.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση της αντικατάστασης του «εχθρού». Η ευρωπαϊκή Ακρα Δεξιά δεν εγκατέλειψε τον πυρήνα της. Απλώς αντικατέστησε τον εχθρό της. Ο Εβραίος του 20ού αιώνα δίνει τη θέση του στον μουσουλμάνο του 21ου.
Αυτό επιτρέπει σε αρκετές ακροδεξιές δυνάμεις να στηρίζουν τις πολιτικές του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η στήριξη στον Νετανιάχου λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης: ένας τρόπος να αποκοπεί η νέα Ακρα Δεξιά από το αντισημιτικό παρελθόν της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπονται οι λογικές του αποκλεισμού ή η ανάγκη κατασκευής ενός νέου εχθρού.
Οι συγγραφείς στέκονται ιδιαίτερα στην εξασθένηση της ιστορικής μνήμης. Η μεταπολεμική Ευρώπη διαμορφώθηκε υπό τη σκιά του φασισμού και της καταστροφής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μνήμη εκείνης της εμπειρίας λειτούργησε επί δεκαετίες ως δημοκρατικό ανάχωμα. Σήμερα όμως η ιστορική αυτή παρακαταθήκη μοιάζει να χάνει τη δύναμή της καθώς η μνήμη ξεθωριάζει.
Πολιτική των αισθημάτων
Η πολιτική της εποχής μας δεν οργανώνεται πλέον γύρω από σαφή ιδεολογικά στρατόπεδα. Η παλιά διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, η διάκριση που όρισε σχεδόν ολόκληρο τον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα, ατονεί. Οι συγκρούσεις δεν αφορούν πια τόσο την αναδιανομή, την εργασία ή το κοινωνικό κράτος όσο την ταυτότητα, την ασφάλεια και τον πολιτισμικό φόβο. Αυτό που αναδύεται είναι μια πολιτική των αισθημάτων: φόβου, ταπείνωσης, πολιτισμικής απώλειας.
Η σύγχρονη Ακρα Δεξιά δεν επιδιώκει πλέον να επιβάλει μια ανοιχτά ακραία ιδεολογία, όπως συνέβαινε την εποχή του Μεσοπολέμου. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως απλή έκφραση της «κοινής λογικής». Και όταν μια πολιτική θέση εμφανίζεται ως αυτονόητη, καθίσταται πολύ δυσκολότερο να αμφισβητηθεί. Οποιος διαφωνεί, δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος αλλά ως κάποιος που αρνείται να δει την πραγματικότητα.
Μέσα από τη συνεχή επανάληψη φόβου, εικόνων κρίσης και αίσθησης απειλής, επιχειρεί να μετατρέψει συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις σε νέο «αυτονόητο».
Τελικά, οι δημοκρατίες κινδυνεύουν όταν χάνουν τα εργαλεία με τα οποία κατανοούσαν τον κόσμο τους. Οταν εξασθενεί η ιστορική μνήμη, ατονεί η διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς και ο θόρυβος υποκαθιστά τη σκέψη.
Η Βασιλική Σουλαδάκη είναι διεθνολόγος








