Μπορεί η μετανάστευση να αποτελέσει «ανάσα» για το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας; Πρόκειται για ερώτημα το οποίο επανέρχεται με ένταση στη δημόσια συζήτηση, καθώς η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη γήρανση του πληθυσμού της, τα χαμηλά ποσοστά των γεννήσεων και τη σταθερή μείωση του αριθμού των κατοίκων της. Ωστόσο, το κατά πόσο – και υπό ποιες προϋποθέσεις – η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης για το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα είναι… υπό εξέταση.

Πριν από μερικές ημέρες ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή πως διαφωνεί πλήρως με οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το Μεταναστευτικό ως λύση στο κρίσιμο ζήτημα του Δημογραφικού. «Το Δημογραφικό δεν είναι αριθμητικό πρόβλημα, έχουμε 50.000 λιγότερες γεννήσεις Ελλήνων, φέρνουμε 50.000 μετανάστες και το λύνουμε. Το ότι οι μετανάστες μπορούν στην πορεία των χρόνων να πολιτογραφηθούν είναι άλλο θέμα. Δεν μπορεί, όμως, δημογραφική λύση να είναι η εισαγωγή μεταναστών». Μάλιστα στάθηκε στο γεγονός ότι οι δημογραφικές μελέτες κάνουν λόγο για έλλειψη γυναικών στις αναπαραγωγικές ηλικίες (25-44 ετών) «και μας έρχονται άντρες 18-30 ετών. Αρα και με αυτή τη φιλοσοφία δεν λύνεται. Η λύση στο Δημογραφικό είναι όταν θα γεννηθούν περισσότεροι Ελληνες».

Η όψη των επιστημόνων

Από την άλλη, επιστήμονες «βλέπουν» στη μετανάστευση ένα… παράθυρο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο δημογραφικής και οικονομικής ενίσχυσης. Οπως είχε επισημάνει τον περασμένο Δεκέμβριο ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρων Κοτζαμάνης, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι και σήμερα έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί αποκτώντας και απογόνους. «Ετσι, ακόμη και αν ένα τμήμα τους εγκατέλειψε την Ελλάδα μετά το 2010, οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα το 2024 αποτελούν ακόμη το 7,1% του συνολικού πληθυσμού μας. Η πληθυσμιακή πυραμίδα Ελλήνων και αλλοδαπών διαφέρει ακόμη και σήμερα σημαντικά, καθώς οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα παραμένουν σαφώς νεότεροι, με τις αλλοδαπές σε αναπαραγωγική ηλικία να αποτελούν σήμερα περίπου το 11% του συνόλου των γυναικών 20-44 ετών».

Βάσει αυτών, σύμφωνα με τον Β. Κοτζαμάνη, είναι επόμενο οι αλλοδαποί να συνεισφέρουν στις γεννήσεις αλλά και στους θανάτους που καταγράφονται στη χώρα μας. Ποια όμως η συνεισφορά αυτή; «Τα δεδομένα που διαθέτουμε για να απαντήσουμε (γεννήσεις και θάνατοι ανά υπηκοότητα) ξεκινούν από το 2004. Με βάση την ανάλυσή τους για το 2004-2024, διαπιστώνουμε ότι οι θάνατοι αλλοδαπών αποτελούν μόλις το 1,8% των 2,43 εκατομμυρίων καταγεγραμμένων θανάτων της περιόδου αυτής, ενώ οι γεννήσεις το 15,2% των 2,06 εκατομμυρίων γεννήσεων της ίδιας περιόδου. Η πολύ χαμηλή συνεισφορά των αλλοδαπών στους θανάτους δεν εκπλήσσει, καθώς, ενώ αποτελούν το 7%-9% του συνολικού πληθυσμού την περίοδο που εξετάζουμε, το ειδικό βάρος των 65 ετών και άνω σε αυτούς είναι τρεισήμισι φορές μικρότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων».

Η συνεισφορά στις γεννήσεις

Η υψηλή δε συνεισφορά των μεταναστών στις γεννήσεις οφείλεται, όπως σημειώνουν οι ειδικοί, σε δύο παράγοντες: α) τη νεότητα του πληθυσμού τους καθώς το ποσοστό των αλλοδαπών γυναικών 20-44 ετών στον συνολικό πληθυσμό των μη εχόντων ελληνική υπηκοότητα γυναικών ήταν και παραμένει σαφώς υψηλότερο από το ποσοστό των Ελληνίδων αναπαραγωγικής ηλικίας στον συνολικό γυναικείο πληθυσμό των Ελληνίδων (39,6% στις αλλοδαπές έναντι του 26,65% στις Ελληνίδες το 2024) και β) το ότι οι αλλοδαπές κάνουν κατά μέσο όρο περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες.

«Η συμβολή, επομένως, των αλλοδαπών ήταν σημαντική καθώς εν απουσία τους όχι μόνον η μείωση του πληθυσμού μας θα είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2011 αλλά και η γήρανση θα ήταν ταχύτερη», σημειώνει ο Β. Κοτζαμάνης.

Διευκρινίζεται πως η συμβολή των αλλοδαπών στους δείκτες αυτούς ήταν πολύ μικρότερη από τη συμβολή τους στις γεννήσεις καθώς, αν και οι αλλοδαπές αποκτούν περισσότερα παιδιά κατά μέσο όρο, αυτό πολύ λίγο επηρέασε τους συνολικούς ετήσιους δείκτες την εξεταζόμενη περίοδο.

«Οι δείκτες αυτοί εν απουσία αλλοδαπών θα ήταν χαμηλότεροι μόλις κατά 0,03 έως 0,12 παιδιά/γυναίκα. Πώς, όμως, είναι δυνατόν, ενώ οι αλλοδαπές αποκτούν περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες και οι γεννήσεις τους αποτελούν το 10,8%-18,8% του συνόλου, η συμβολή τους στους συνολικούς συγχρονικούς (ετήσιους) δείκτες γονιμότητας να είναι τόσο μικρή; Η απάντηση είναι απλή: οι αλλοδαπές αποτελούν, το 2004-24, μόλις το 9,5%-12,5% των γυναικών 20-44 ετών και για τον λόγο αυτό οι δείκτες τους έχουν μικρό “βάρος”. Για να επηρέαζαν σημαντικά τους ετήσιους δείκτες θα έπρεπε να “ζύγιζαν” πολύ περισσότερο, δηλαδή το ποσοστό τους στον συνολικό γυναικείο πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας της χώρας μας να ήταν πολύ υψηλότερο. Επομένως, οι αλλοδαπές δεν αποτελούν τη “λύση” για τη χαμηλή γονιμότητα της χώρας μας που υπολείπεται μετά το 1990 σημαντικά του απαιτούμενου ορίου αναπαραγωγής (των 2,07 παιδιών/γυναίκα). Ενα θετικό και ισορροπημένο όμως ανά φύλο ισοζύγιο εισόδων – εξόδων αλλοδαπών τις επόμενες δεκαετίες θα επιβράδυνε την αναμενόμενη σημαντική μείωση του πλήθους των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία και θα προσέθετε χιλιάδες γεννήσεις ετησίως συνεισφέροντας στο συνολικό φυσικό ισοζύγιο της χώρας μας», καταλήγει στο άρθρο του ο Β. Κοτζαμάνης.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Στα Σχοινιά: Ουγγαρία, Όρμπαν, AfD και Τραμπ - Τι αλλάζει στην Ευρώπη