Καταλαβαίνω τους θερμούς αποχαιρετισμούς από πολιτικούς και από καλλιτέχνες στη Μαρινέλλα. Εστω κι αν δεν ταυτίστηκαν με τη μουσική της ταυτότητα, αποχαιρέτησαν μια εποχή. Αρχισε την καριέρα της σε μια άλλη Ελλάδα, συνεργάστηκε με τους ρεμπέτες, υπήρξε παρτενέρ του Καζαντζίδη (τη θυμάμαι να κάνει σεγόντο πλάι του τη «Ζιγκουάλα», στην «Κυρία δήμαρχο», ταινία του 1960 του Ροβήρου Μανθούλη με τη Γεωργία Βασιλειάδου)…

Θα μπορούσε να έχει εγκλωβιστεί σε εκείνον τον ρόλο, αλλά δεν το έκανε. Προσπάθησε να αλλάζει. Απέκτησε σκηνικό εκτόπισμα, μιμήθηκε ξένους, απέκτησε χαρακτηριστικά ντίβας. Καλλιτεχνικά δεν ήταν τυχερή, ιδίως μετά το 1970, όταν το λαϊκό τραγούδι ζούσε μια κοσμογονία, δεν είχε παραγωγούς οι οποίοι θα τολμούσαν να της δώσουν ρεπερτόριο που θα την έκανε πιο ξεχωριστή – και πιο μοντέρνα. Η πιο τολμηρή παρουσία της ήταν η συμμετοχή της στον δίσκο «Ρεσιτάλ» του Κώστα Χατζή πλάι στον μουσικό αυτό, ένα συχνά μελιστάλαχτο λυρικό ιδίωμα, απλό και κατανοητό, που έγινε κόντρα επιτυχία, μια εποχή στην οποία κυριαρχούσε η υπερπολιτικοποίηση των πάντων. Προσάρμοσε τη φωνή της στο ιδίωμα εκείνο – αλλά παρά την επιτυχία του διπλού δίσκου, έμεινε ένα δισκογραφικά ανένταχτο και, τελικά, μοναχικό εγχείρημα, που δεν συντονίστηκε στην εποχή του.

Ηδη όμως, μια δεκαετία πριν, η Μαρινέλλα είχε βρει τον ρόλο της, στο σκηνικό θέαμα. Είχε ήδη γίνει η ελληνίδα ντίβα. Νομίζω ότι για αυτή την πτυχή της καριέρας της ήταν τυχερή που, το 1968, συνάντησε τον σκηνοθέτη του ελληνικού κινηματογραφικού μιούζικαλ, τον Γιάννη Δαλιανίδη. Ηταν αυτός που άλλαξε την παρτενέρ του Καζαντζίδη στο λαϊκό πάλκο και την «Κικίτσα» του Ζαμπέτα σε δεσπόζουσα παρουσία. Ο Δαλιανίδης διεκδίκησε γι’ αυτήν το τραγούδι «Ανοιξε πέτρα», ένα τραγούδι παράξενο, κόντρα στο πνεύμα της ταινίας «Γοργόνες και μάγκες», που το έγραψε ο Μίμης Πλέσσας σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Κόντρα ήταν και η ερμηνεία της: εμφανίστηκε με τσεμπέρι και η καθαρή φωνή της κέρδισε το κοινό, μάλιστα το τραγούδι έγινε σουξέ πριν ηχογραφηθεί και αρχίσει να μεταδίδεται στο ραδιόφωνο.

Η δεσπόζουσα παρουσία με την καθαρή φωνή, η συνταγή του Δαλιανίδη δηλαδή, «συσκεύασε» τη Μαρινέλλα ως σοουγούμαν – και η «συσκευασία» αυτή ήταν η κορυφαία της καλλιτεχνικής της διαδρομής. Αυτή την ταυτότητα υιοθέτησε στη συνέχεια και η δισκογραφία – προσπαθώντας, μάλιστα, να τη συνδυάσει με τη ζωή της. Το 1974 είχε γίνει και η πιο συνδυασμένη απόπειρα ο γάμος της με τον Τόλη Βοσκόπουλο να βρει έξοδο στη δισκογραφία. Δεν κράτησε πολύ – ούτε ο γάμος ούτε η δισκογραφική συνεργασία. Ηταν μεταπολίτευση, ο κόσμος ήθελε θούρια και αδιαφορούσε για το lifestyle των καλλιτεχνών.

Αλλά ούτε η ίδια επένδυσε ποτέ στο lifestyle, δεν της άρεσε να κάνει βούκινο τη ζωή της. Υπερασπίστηκε το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή του καλλιτεχνικού ειδώλου, προστάτεψε την εκτός γάμου κόρη της από την αδηφάγο δημοσιότητα και την ίδια από την αδιακρισία. Και ενώ ήταν μια χειραφετημένη γυναίκα, και προτιμούσε να χωρίζει άντρες από το να καταπιέζεται μ’ αυτούς, προφύλαξε όσο μπορούσε τον ιδιωτικό της χώρο.

Ηταν η Μαρινέλλα, επάγγελμα τραγουδίστρια και σοουγούμαν, φωνάρα, παθιασμένη με τη δουλειά της – και that’s all. Δεν έγινε είδωλο της πολιτικής, δεν πολέμησε το κατεστημένο, δεν ήταν προκλητική, δεν εργάστηκε μακριά από τους μηχανισμούς – αλλά ξεχώρισε με τα προσόντα της που καλλιέργησε και με την αφιέρωση στη δουλειά της.

Ηταν ένα κομμάτι της θετικής, της δημιουργικής και εργατικής Ελλάδας που επιμένει. Σε όλες τις εποχές, με όλες τις συνθήκες.

Προσωπολατρία α λα ΠΑΣΟΚ

Από ό,τι συνέβη στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, αυτό που πρόσεξα ήταν ένα βιντεάκι, στο οποίο ο Νίκος Ανδρουλάκης απαντά σε ερωτήσεις που του υποβάλουν οι σύνεδροι. Το βιντεάκι δείχνει, με σφιχτό μοντάζ, τον πρόεδρο να απαντά σε ερωτήσεις που του υποβάλλουν οι σύνεδροι. Καυτές ερωτήσεις. Πόσους καφέδες πίνει την ημέρα (πολλούς – αλλά η πολλή καφεΐνη βλάπτει), αν φοράει σκαρπίνια ή αθλητικά παπούτσια (σκαρπίνια), αν θα ήθελε ένα ελαφρύ γιουβέτσι για το μεσημέρι.  Μου κάνει φοβερή εντύπωση ποιος το σκέφτηκε και γιατί. Δεν είναι βίντεο με περιεχόμενο που ενισχύει κάποιο συγκεκριμένο προφίλ ενός ηγέτη. Δεν αφορά παρά αδιάφορες πτυχές της καθημερινότητάς του.

Δεν έχει καν την ίντριγκα κάποιας εκκεντρικότητας, τίποτα. Ενας κοινότοπος άνθρωπος, με αξίωμα, απαντά σε κοινότοπες ερωτήσεις που δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Who cares?

Ωστόσο, πίσω από το βίντεο αυτό, προϊόν ανέμπνευστου μιμητισμού άλλων πολιτικών ηγετών στο εξωτερικό, αλλά και του Πρωθυπουργού, κρύβεται μια βασική ιδέα: η προσωπολατρία. Το επιτελείο του προέδρου θέλει να μας πει ότι το ΠΑΣΟΚ έχει αρχηγό, μεγάλο, επιβλητικό και νεφεληγερέτη, ο οποίος έχει συνήθειες που θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν.

Προσωπολατρία α λα ΠΑΣΟΚ, τουτέστιν κρίση μεγαλείου – από ανέμπνευστο επιτελείο. Χειρότερο κι από βαρετό. Τον εκθέτει τον άνθρωπο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.