Ο αριστοκρατικής σικελικής καταγωγής Αρνουλφ Ιλάριος ντ’ Αρέτζο, γεννήθηκε Αυστριακός στην παραμεθόρια νοτιοανατολική επαρχία της Μπουκοβίνας της αυτοκρατορίας των Αψβούργων το 1914 ως Γκρέγκορ φον Ρετσόρι. Ο πατέρας του, φανατικός κυνηγός, έλειπε συχνά για μέρες, όχι μόνο για θηράματα, αλλά κυρίως λόγω ανάληψης «ειδικών αποστολών» του στρατού. Στην πραγματικότητα ξεχνιόταν θηρεύοντας επιμελώς τα θηλυκά τρόπαιά του. Η μητέρα, σε μακρόχρονες ή σύντομες περιόδους κατάθλιψης, πολύπλοκης προστασίας και εξίσου πολυδιάστατων φόβων για την υγεία των παιδιών της, χανόταν ανάμεσα σε αναίτια κόπωση, θαυμασμό της τέχνης και του σαβουάρ βιβρ κατά τους οικογενειακούς και σιωπηλούς δείπνους, όπου οι παρατηρήσεις στα παιδιά για το πώς έπρεπε να κρατούν πιρούνι και μαχαίρι δεν έλειπαν.
Ο νεαρός Γκρέγκορ ορίστηκε πολίτης της Ρουμανίας μετά τις συμφωνίες και συνθήκες που υπογράφηκαν στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με τις οποίες το νότιο μέρος της Μπουκοβίνας προσαρτήθηκε το 1940 στο ρουμανικό βασίλειο (η σημερινή επαρχία της Σουτσάβα) και το βόρειο στη σοβιετική Ουκρανία. Ο Ρετσόρι παρέμεινε στο Βουκουρέστι ως το 1938, οπότε εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο. Εκεί εργάστηκε στον εκδοτικό χώρο, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, μετακινούμενος στη Ρώμη, στο Παρίσι, στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλώνοντας «άπατρις», αφού η γενέθλια πόλη «των δώδεκα εθνοτήτων και έξι θρησκειών» όπου είχε γεννηθεί, ήταν απροσπέλαστη λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αγνώριστη στη συνέχεια: το Τσέρνοβιτς, «η μικρή Βιέννη» της Αυστροουγγαρίας, ήταν το ρουμανικό Τσέρνοπολ και το Τσερνόφτου των Ουκρανών.
Επειτα από είκοσι και πλέον χρόνια περιπλάνησης, κατέληξε στην Τοσκάνη, στην ιδιοκτησία της τρίτης συζύγου του ιταλίδας βαρονέσας Μπεατρίτσε Μόντι ντέλα Κόρτε, με την οποία οργάνωσε «Ησυχαστήριο Συγγραφέων», συλλέγοντας ταυτόχρονα έργα τέχνης, που αποτελούν πλέον σημαντική ιδιωτική παρακαταθήκη. Πέθανε το 1998 και η βαρονέσα Ντέλα Κόρτε ίδρυσε το 2007, τιμώντας τη μνήμη του, το «Βραβείο Γκρέγκορ φον Ρετσόρι», που απονέμεται ετησίως στη Φλωρεντία, έπειτα από απόφαση επιτροπής, σε συγγραφείς των οποίων το έργο έχει κυκλοφορήσει τον προηγούμενο χρόνο στα ιταλικά.
Αυτά τα στοιχεία προσωπικότητας ενισχύονται όταν λάβουμε υπόψη ότι ο Ρετσόρι μιλούσε άπταιστα οκτώ γλώσσες (τα γίντις μεταξύ αυτών), έγραψε σενάρια εννέα ταινιών μεταξύ των ετών 1936-1967 και έλαβε μέρος σε δεκαπέντε ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου από το 1954 ως το 1981, σε πρωταγωνιστικούς και δευτερεύοντες ρόλους, δίπλα στη Ζαν Μορό, στην Αννα Καρίνα, στην Αρλετί, δίπλα στον Μαστρογιάνι και στην Μπριζίτ Μπαρντό στην ταινία «Η Ιδιωτική μου Ζωή» (1962) του φίλου του σκηνοθέτη Λουί Μαλ. Συγγραφέας χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές ανησυχίες στα χρόνια της νεότητάς του, έγινε γνωστός το 1953 για το έργο του «Μαγκρεμπινιανές Ιστορίες», συλλογή παρωδιών της φανταστικής «Μαγκρεμπίνιας», είδωλο της πολυπολιτισμικής Μπουκοβίνας. Προκάλεσε την προσοχή εκδοτών και κοινού το 1969, δημοσιεύοντας ένα εκτενές κεφάλαιο από το μυθιστόρημα/χρονικό του «Αναμνήσεις Ενός Αντισημίτη» στο εβραϊκής ιδιοκτησίας «New Yorker», έργο που κυκλοφόρησε ολοκληρωμένο στη Γερμανία το 1979 και έγινε ευρύτερα γνωστό μετά τη μετάφρασή του στα αγγλικά το 1981. Σήμερα, αξιολογώντας το συνολικό έργο του (25 τίτλοι μυθιστορημάτων, δοκιμίων, αυτοβιογραφίας, διηγημάτων από το 1939 ως τον θάνατό του το 1998), ο Ρετσόρι αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους στυλίστες της γερμανόφωνης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.
Η χαρά της ζωής
Θα αποδώσουμε αυτή την επιτυχία στην αριστοκρατική καταγωγή του που επέβαλε εξ ορισμού τον σεβασμό στην ισορροπία και ευθυβολία του λόγου του, στη χρήση του γλωσσικού πλούτου που υποστήριζε την κατανόηση και αφομοίωση ενός πολύχρωμου κοινωνικού περιβάλλοντος, στην παιδεία που απέκτησε από την πανάσχημη, δυναμική Κασσάνδρα στα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα στην αργόσυρτη κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας. Η Κασσάνδρα του δίδαξε επιπλέον τη ζαβολιά ως χαρά της ζωής, την εκρηκτικότητα του παιχνιδιού ως απαραίτητης μάθησης για την αντιμετώπιση της στειρότητας των υποχρεώσεων όταν μετατρέπονται σε υποταγές. Οταν εμφανίστηκε το 1921 η παιδαγωγός Λίνα Στράους, σοβαρή πομερανικής καταγωγής Γερμανίδα, ένα είδος στρατάρχη Μπίσμαρκ, που φορούσε μια καρφίτσα με μότο «Ich dien!» (Υπηρετώ!), η κατοπινή «Στράουσι» και αποκαλύφθηκε ότι είχε ζήσει στην Αμερική, «ιδιαιτέρα» του Μαρκ Τουέιν, πρόσθεσε κανόνες συστηματικής παιδείας, συμπεριφοράς και μεθόδους ανάπτυξης της προσωπικότητας ενός νέου που, άτσαλα ως τότε, έδειχνε πως ήταν κιόλας «κάποιος» που έγραφε και ζωγράφιζε και της μεγαλύτερης αδελφής του, η οποία από τα γεννοφάσκια της σχεδόν βρισκόταν με ένα βιβλίο στο χέρι και προβλεπόταν ότι θα γίνει μέγας επιστήμονας. Χάθηκε νέα από καρκίνο των αδένων.
Η «Ερμίνα στο Τσέρνοπολ» κυκλοφόρησε το 1958, αθώες και πονηρές σκέψεις και πράξεις ενός παιδιού ως έρευνα και γνώση του κόσμου μέσα από σειρά απρόσμενων και καθημερινών συμβάντων «μυστηρίου» σε μορφή ανιούσας κλίμακας από τη γενέτειρα πόλη και τον αρμένη έπαρχο Ταραγκολιάν στον ευσταλή επίλαρχο Τίλντι, τον λεγόμενο «Γερμανό», βιογραφίες ανωνύμων και επωνύμων που έζησαν τα προμηνύματα, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Μεσοπόλεμο και τη βουή των κατά Καβάφη «πλησιαζόντων», των λίαν προσεχών γεγονότων.
Το έργο διαφέρει από ανάλογες μαρτυρίες, επειδή ο Ρετσόρι ξέρει γραφή και ανάγνωση ώστε κατανοεί ότι δεν ασχολείται με τον εαυτό του, αλλά η εποχή του ασχολήθηκε με την περίπτωσή του. Πρόκειται για μια αφήγηση του τότε κόσμου, επειδή ο τότε κόσμος λεηλάτησε άθελα και ηθελημένα εκείνες τις αρχές που κάνουν τη ζωή βιώσιμη. Η αφήγηση είναι αργή, υφαίνει έναν λικνιστικό μακροπερίοδο λόγο όπου το γεγονός φωτίζεται τόσο ως διάσωση της απώλειας όσο και ως απώλεια εκείνης της χάρης που η αυταπάτη του έρωτα, της φιλίας, του ονείρου κοσμεί και βασανίζει τον καθημερινό βίο. Λαβαίνοντας υπόψη τη θητεία του Ρετσόρι στον κινηματογράφο, η «Ερμίνα» είναι ένα slow motion προς τονισμό των αποχρώσεων τέτοιας σύνθεσης.
Πρωταγωνιστής είναι ο επίλαρχος Τίλντι, ουσάρος του αυστριακού στρατού που, παρά το γεγονός ότι μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχει πια κανένα ρόλο και οι όποιες ανδραγαθίες του δεν σημαίνουν το παραμικρό για τους συμπολίτες του, εμφανίζεται πάντα έφιππος και ευθυτενής εδώ και εκεί, επιμένοντας να επιδεικνύει το ήθος και την έννοια της τιμής. Ο έπαρχος Ταραγκολιάν, κομψός α λα τούρκα, ετοιμόλογος, αρεστός και κατά περίπτωση κυνικός που θα εγκαταλείψει την πόλη για να λάβει υψηλότερο αξίωμα, αξιολογεί τον Τίλντι ως «λοξό Γερμανό», δείγμα Δον Κιχώτη και προβλέπει πως ο ουσάρος δεν θα έχει καλό τέλος. Θα δικαιωθεί: ο Τίλντι, παντρεμένος με τη ναρκομανή κόρη ενός χωρικού, ο οποίος πλούτισε εμπορευόμενος ξυλεία, υπερασπίζεται την ανήθικη ετεροθαλή αδελφή της συζύγου του, προκαλώντας σε μονομαχία τους κατηγόρους της. Εννοείται πως κανείς δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του, οδηγείται σε ψυχιατρείο ως επικίνδυνος, αφήνεται ελεύθερος και τον αποτελειώνει ένα τραμ που με χαλασμένα φρένα έχει πάρει τον κατήφορο. Μια τροτέζα φίλη του και ερωμένη θα σκεπάσει το άψυχο κορμί του με την ερμίνα της.
Από τις εκδόσεις Δώμα κυκλοφορούν «Οι αναμνήσεις ενός αντισημίτη» (2020) και «Τα περσινά χρόνια» (2024). «Η ερμίνα του Τσέρνοπολ» είναι το τρίτο μέρος μιας πολυσύνθετης και εξίσου θεληματικής συνολικής «αυτοβιογραφίας» του ενδιάμεσου χρόνου από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στον Δεύτερο στο ιστορικό και κοινωνικό «παράδειγμα» μιας Μπουκοβίνας που θα πληρώσει τις αμαρτίες τις οποίες επέλεξε, ας μην ήταν θανάσιμες, ούτε αποκλειστικές.
Η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου αποδίδει άριστα τη ροή και τις αποχρώσεις της «ρετσόριας» σαφούς και υπαινικτικής γραφής.
Απόσπασμα
«Οχι, όχι» είπε με ζέση ο κύριος Ταρανγκολιάν. «Δεν θα έχει καλή κατάληξη όλο αυτό. Και δεν αναφέρομαι στη στρατιωτική του σταδιοδρομία – που κι αυτή είναι αμφίβολη. Οι ανώτεροί του τον αντιπαθούν, όλοι ανεξαιρέτως. Τον σέβονται, βεβαίως, μα δεν τον εμπιστεύονται. Τους φαίνεται αλλόκοτος – και, γιατί να το κρύψουμε, τους δυσκολεύει. Προσφάτως κάποιος με ρώτησε, εντελώς σοβαρά, μήπως υπάρχει περίπτωση να είναι Αγγλος και να τον έχουν στείλει οι μυστικές υπηρεσίες. Γιατί πώς αλλιώς εξηγείται το σχήμα του μουστακιού του; Αλλά πέρα απ’ τ’ αστεία: στο τέλος, με κάποιον τρόπο θα καταστραφεί από μόνος του. Εχει κάτι το ισπανικό αυτός ο άνθρωπος. Είναι ιδαλγός. Οχι σαν τους κονκισταδόρες· δεν είναι ούτε Κορτές ούτε Πιθάρο ούτε Αλβαρεθ – δεν έχει την απληστία τους, ούτε βέβαια και την ανάλογη φλόγα. Ούτε Ιγνάτιος Λογιόλα είναι – αν και τον θεωρώ αρκούντως αδιάλλακτο και απολύτως ικανό να παθιαστεί με μια εικόνα της Παναγίας ραμμένη σ’ ένα λάβαρο. Μα δεν είναι κρίμα να χαλαλίζονται τέτοιες ιδιότητες σ’ έναν απλό αξιωματικό του ιππικού; Από την άλλη, βέβαια, τι θα κατάφερναν να κατακτήσουν σήμερα ο Ορλάνδος ή ο Ελ Σιντ; Κάνα πρωτάθλημα βαρέων βαρών, στην καλύτερη περίπτωση. Στην εποχή που ζούμε, πού ξέρεις – ακόμα και κανέναν ατιμασμένο υπηρέτη μπορεί να δούμε ν’ ανεβαίνει ψηλά και να γίνεται άρχοντας του κόσμου. Αλλά όταν λέω ιδαλγός, άλλον έχω κατά νου: τον ιππότη με τη θλιμμένη όψη, τον Δον Κιχώτη. Αυτό είναι ο Τίλντι, ως το μεδούλι. Ο τελευταίος εναπομείνας ιππότης. Του λείπει εντελώς ο αυτοσαρκασμός, η ικανότητα να γελάει με τα χάλια του, όπως κάνει όλο το Τσέρνοπολ. Το ξέρετε ότι του κάνουν φάρσες, και βάζουν στοίχημα πώς θα αντιδράσει; Και πάντα κερδίζουν εκείνοι που καταφέρνουν να μαντέψουν την πιο άχαρη αντίδραση! Αλλωστε λένε πως μια φορά το είπε και μόνος του ότι μόνο δύο αντιδράσεις γνωρίζει: την αστεία και τη δίκαιη. Ναι, ναι, καλά ακούσατε: την αστεία και τη δίκαιη. Τι εναλλακτικές, Θεέ μου!.. Κι έπειτα» πρόσθεσε ο κύριος Ταρανγκολιάν, με δήθεν ευλαβή σοβαρότητα, «είναι κι αυτή η γυναίκα…» σελ. 61-62.
Gregor Von Rezzori
Μια ερμίνα
στο Τσέρνοπολ
Μτφ. Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδ. Δώμα, 2025, σελ. 512
Τιμή 24 ευρώ






