Γεννημένος στην Πολωνία το 1903, ο εβραιοαμερικανός νομπελίστας [το 1976] Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ εγκατέλειψε από νωρίς την ραβινική παράδοση της οικογένειάς του για να αφιερωθεί στη συγγραφή. Αυτή τη συνθήκη [τους «τρόπους», στην ορολογία του Σπινόζα] περιγράφει, σε μετάφραση του Σταύρου Νικολαΐδη, στο τελευταίο του, δημοσιευμένο μετά θάνατον βιβλίο [μια πρώιμη εκδοχή του είχε δημοσιευθεί το 1969 στα γίντις, τη γλώσσα των Εβραίων Ασκενάζι της Κεντρικής Ευρώπης]. Οπου με δυο λόγια, ο 19χρονος εαυτός του, μετονομαζόμενος σε Νταβίντ Μπέντιγκερ, πάμφτωχος και πεινασμένος, προσπαθεί να βρει τον δρόμο του εν μέσω συγγενών, ομοεθνών και πολυάριθμων προθύμων γυναικών.
Ο ίδιος ο Σίνγκερ, στα τριάντα του χρόνια, ακολούθησε τον ήδη συγγραφέα μεγαλύτερο αδελφό του στη Νέα Υόρκη και βιοπορίσθηκε για τις επόμενες δεκαετίες στην αγκαλιά της εκεί ευρείας κοινότητας ομοεθνών εποίκων, γράφοντας εμμονικά στα γίντις. Η οικονομικά ευημερούσα αυτή ομάδα θα τον υποστηρίξει στη θεματική του που αρχικά συνιστά μια τοιχογραφία της παλιάς πατρίδας, μια ελεγεία της διασποράς και μια ολοένα βαθύτερη εντρύφηση στην παράδοση, την πάλη με το θείο, τη διαλεκτική της ενσωμάτωσης σε ξένες κουλτούρες, αλλά και την απορία για την επιβίωση του εβραϊσμού επί δύο χιλιάδες χρόνια. Εξοπλισμένος με βαθιά μόρφωση – έχει μελετήσει σε βάθος από την Καμπάλα ως τον Καντ και τον Σπινόζα – σταδιακά ο Σίνγκερ θα ενσωματώσει σε συλλογές διηγημάτων και σε μυθιστορήματα όπως το Εχθροί, μια ερωτική ιστορία και το Σκιές στον Ποταμό Χάντσον (εκδόσεις Καστανιώτη) στοιχεία από την εξαμερικανισμένη και εκκοσμικευμένη πλέον ζωή των επήλυδων, με μια ματιά αυτοϋπονομευτική, σαρκαστική και σταθερά ευαίσθητη.
Επικρεμάμενος άνθρωπος
Βρισκόμαστε στη Βαρσοβία, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ο νεαρός ονειροπόλος Νταβίντ Μπέντιγκερ, στα δεκαεννιά του χρόνια, προσπαθεί να εγκατασταθεί στην πόλη έχοντας εγκαταλείψει το στετλ όπου ο πατέρας του ήταν ραβίνος και λίγο αργότερα μια μικρή πόλη όπου βιοποριζόταν διδάσκοντας εβραϊκά. Μολονότι είναι καλός γνώστης της Τορά και της λοιπής παράδοσης της διασποράς, το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι να γίνει συγγραφέας. Στο σακίδιό του άλλωστε το μόνο που κουβαλάει, εκτός από βιβλία του Σπινόζα, είναι μια μικρή συλλογή γραπτών του στα γίντις. Η πολιτική κατάσταση στην πόλη είναι περίεργη καθώς η Πολωνία έχει μόλις κατακτήσει την ανεξαρτησία της ύστερα από μακρά ρωσική κατοχή, ενώ την έχουν ακουμπήσει ο μετεπαναστατικός Εμφύλιος μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών και η επέκταση των κομμουνιστικών/λενινιστικών ιδεών προς δυσμάς. Και ο νεαρός ήρωας στοχάζεται ειρωνευόμενος εαυτόν:
«Δεν πήγαινε πολύς καιρός που είχα διαβάσει πως κάθε άτομο αποτελούσε ένα είδος ηλιακού συστήματος. Εγώ, ο Νταβίντ, ο γιος του ραβί, καθόμουν στο μέσο της αιωνιότητας, γυρνώντας μαζί με τη Γη στον άξονά της, η οποία με τη σειρά της γυρνούσε γύρω από τον Ηλιο. Εγώ ο ίδιος αποτελούσα ένα ολόκληρο Σύμπαν. Και όμως ένιωθα φόβο: αποτελούσα ένα Σύμπαν το οποίο δεν είχε πού να περάσει τη νύχτα».
Ο Νταβίντ ανασκάπτει λοιπόν – ως περιφερόμενος, ημιάστεγος και πεινασμένος – στην πρωτεύουσα της Πολωνίας τα αιώνια ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη και κυρίως τη μοχθηρία του άδικου θεού της Παλαιάς Διαθήκης. Κάποιοι από τους γνωστούς και οικείους [Εβραίους πάντα] έχουν καταφύγει στη μεγάλη σοβιετική πατρίδα του σοσιαλισμού, κάποιοι άλλοι ακολουθούν αποκλίνοντες βίους ή διώκονται από τις Αρχές και ο μεγάλος αδελφός θα εμφανισθεί κάποια στιγμή για να τον περιμαζέψει και να τον συστήσει στην εβραϊκή Λέσχη Συγγραφέων. Στο μεταξύ ο Νταβίντ, προσπαθώντας να επιβιώσει, και αντιμετωπίζοντας την πιθανότητα να μετοικήσει, όπως πολλοί ομοεθνείς του, στην Παλαιστίνη όπου, μετά τη Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917, βγάζει ήδη ρίζες το πρώιμο σιωνιστικό κίνημα με την ανοχή ή και παρότρυνση των Βρετανών, θα έχει παρά την απειρία του, μία περίπλοκη κι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ερωτική ζωή. Κινείται μεταξύ της Σόνια, μιας μάλλον απλοϊκής και εύπιστης πωλήτριας με την οποία είχε ανταλλάξει φιλιά προ καιρού κι αυτή υπομονετικά τον περίμενε, της Εντούσα, μιας σεξουαλικά υπερενεργού νεαρής κομμουνίστριας που του νοικιάζει ένα μίζερο δωμάτιο και της Μίνα, της κομψής και κακομαθημένης κόρης ενός άλλοτε πλούσιου εβραίου εμπόρου και αστού. Εύλογα είναι ανίκανος να επιλέξει. Η ίδια ακριβώς «τριπολική» ερωτική κατάσταση θα υλοποιείτο αργότερα σε νεοϋορκέζικο περιβάλλον, στο έξοχο μυθιστόρημά του Εχθροί – μια ερωτική ιστορία για το οποίο έχουμε γράψει σε αυτές τις στήλες και το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο [με την Αντζέλικα Χιούστον, τη Λένα Ολιν κ.ά.].
Ενταξη και αναμονή
Την ίδια στιγμή ο Νταβίντ, απομακρυνόμενος από τις θρησκευτικές παραδόσεις της φυλής, φορτώνει συγγραφικές μπαταρίες μέσω των κινημάτων που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο εβραϊκό κόσμο και το κράτος του Ισραήλ: ιστορική συγκυρία που έχει ονομασθεί από ορισμένους μελετητές Εβραϊκός Διαφωτισμός. Ο Σίνγκερ αφηγείται την ιστορία του Νταβίντ [κατ’ ουσίαν του νεαρού εαυτού του] τηρώντας ψύχραιμες αποστάσεις αλλά και διατηρώντας υψηλές θερμοκρασίες, καταιγιστική δράση εντός της καθημερινότητας των ηρώων, ζωντανούς διαλόγους στα όρια της υστερίας, -ειδικά από την σκοπιά των θηλυκών-ένα είδος δημιουργικής χάβρας, μικροαπατεωνιών, ζέοντος εβραϊκού εθνικισμού και αλληλοεξυπηρετήσεων στα όρια της νομιμότητας. Στόχος απώτερος είναι η απόκτηση του περίφημου πιστοποιητικού που φιγουράρει στον τίτλο του βιβλίου προκειμένου να μετοικήσει στην Παλαιστίνη, αλλά η απόκτησή του απαιτεί να διαβεί τις συμπληγάδες γραφειοκρατικών δαιδάλων και κυρίως την απληστία ενός απατεώνα Εβραίου που κερδοσκοπεί εις βάρος των ομοεθνών του. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις για τη μετοίκηση στην Παλαιστίνη είναι να είναι κανείς παντρεμένος, πράγμα που θα γίνει σε μια τυπική τελετή με τη Μίνα – την οποία πάντως αναμένει, υποτίθεται, στη Γη της Επαγγελίας κάποιος άλλος αρραβωνιαστικός. Τελικά μετοίκηση δεν θα υπάρξει και ο αρραβωνιαστικός, παντρεμένος με άλλην, σε μια φαρσική αντιστροφή της ιστορίας, θα επιστρέψει στο Βερολίνο όπου και η Μίνα θα σπεύσει να τον προϋπαντήσει, οδηγώντας τον Νταβίντ σε θεοσκότεινες σκέψεις για τη φύση του έρωτα και την πίστη των γυναικών.
Ο Νταβίντ θα περάσει ολόκληρο τον χειμώνα σε ένα σκοτεινό, παγωμένο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, θα βιοπορισθεί όπως όπως παραδίδοντας μαθήματα, θα παρακολουθήσει εκ του συστάδην την πτώχευση του πατέρα της Μίνας και την τρέλα της μητέρας της, θα έρθει ψυχικά και σωματικά κοντά της αρκετά μετά τον τυπικό γάμο, θα δημοσιεύσει σε ένα από τα περιοδικά της εποχής την πρώτη του μελέτη για την Καμπάλα και τον Σπινόζα, μέσα σε ένα κλίμα σταθερής αυτοαμφισβήτησης, χαμένων ερώτων, οικογενειακών συγκρούσεων, ειρωνικών αναστροφών της πλοκής, αμφιβολιών και διχαλωτών μονοπατιών όπου ο προσανατολισμός κάθε άλλο παρά εύκολος είναι. Γεωγραφικός τόπος όλων των συμβαινόντων είναι όπως είπαμε η Βαρσοβία και ειδικότερα το εκτεταμένο εβραϊκό γκέτο της όπου επρόκειτο δύο δεκαετίες αργότερα να συμβούν όσα η ύστερη Ιστορία μάς έχει διδάξει.
Ωρίμαση
Ο πολλαπλά πληγωμένος ήρωας θα έχει γίνει προς το τέλος της αφήγησης ένας ώριμος άντρας. Η γραφή του Σίνγκερ θυμίζει εδώ ενίοτε την ανάκληση από τον ώριμο Ντοστογέφσκι των πρώιμων χρόνων του, αλλά ακόμη περισσότερο το εμβληματικό έργο του Κνουτ Χάμσουν Η πείνα. Μας προσφέρει δε ζωντανές εικόνες αστικής περιδιάβασης: «Μια θλιμμένη φθινοπωρινή μέρα ο ουρανός γκρίζος και κίτρινος, χαμήλωνε πάνω από τις στέγες της Βαρσοβίας. Πού και πού άναβαν φώτα πίσω από παράθυρα. Τα πεζοδρόμια ήταν ακόμα υγρά από τη βροχή. Τραμ κουδούνιζαν και οι τροχοί από τις άμαξες και τα φορτηγά κροτάλιζαν πάνω στα λιθόστρωτα. Πλήθος κόσμου κυλούσε πάνω στα πεζοδρόμια κουβαλώντας μπαστούνια, ομπρέλες. …Οι πινακίδες στα ρωσικά είχαν ξαναβαφτεί και τώρα πια ήταν στα πολωνικά… Στις αίθουσες χορού ο κόσμος ο κόσμος χόρευε σίμι, φοξ τροτ, τσάρλεστον. Οι γυναίκες φορούσαν κοντά φορέματα, που έφταναν μέχρι το γόνατό τους, και καπέλα που έμοιαζαν με αναποδογυρισμένες γλάστρες. Ο Τύπος ήταν γεμάτος σχόλια για την Κοινωνία των Εθνών και τον φοβερό πληθωρισμό της Γερμανίας».
Εν κατακλείδι έχουμε μπροστά μας ένα από τα καλύτερα δείγματα γραφής του Ι.Μπ. Σίνγκερ όπου έχει αποκολληθεί πλήρως από τις δεσμεύσεις της λογοτεχνικά κουραστικής προσκόλλησής του στην κεντροευρωπαϊκή «γίντις» παράδοση, με τους μύθους, τον «θρησκευτικό μαζοχισμό», τον πνευματισμό και τις δεισιδαιμονίες της. Ο Σίνγκερ είναι εδώ [και όχι μόνο εδώ] ιδιαίτερα επικριτικός ως προς την έννοια του θείου και απολύτως έλλογος. Ενώ αφηγείται με σουρντίνα, απλά, πρωτοπρόσωπα και ίσως λίγο παλιομοδίτικα, η ζωντάνια της προβληματικής του βγάζει σπινθήρες. Ασκεί κατεδαφιστική κριτική στα συμφραζόμενα μέσω των οποίων δομήθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες αλλά και στον οπορτουνισμό των ομοεθνών του. Κάποτε γίνεται περισσότερο αστός [αργότερα θα Νεοϋορκέζος], γητεύοντάς μας με τις περιγραφές της καθημερινότητας της πόλης. Ταυτόχρονα αναδεικνύει μια πλευρά με την οποία οι αναγνώστες των πρώιμων έργων του δεν θα είναι απολύτως εξοικειωμένοι: ένα υποδόριο, διακριτικό χιούμορ, με ήρωες αναποφάσιστους, έρμαια των περιστάσεων, ενώ το σύμπαν ολόκληρο συνωμοτεί εναντίον τους. Σχολιάζει δε εξίσου αφενός τη θρησκειολαγνεία και την προσκόλληση στην παράδοση και αφετέρου την ιδεολογία της προόδου και τις διαψεύσεις της επιστήμης.
Isaac Bashevis Singer
Το Πιστοποιητικό
Μτφ. Σταύρος Νικολαΐδης,
Εκδ. Κριτική 2025,
σελ. 334
Τιμή 15 ευρώ






