Η συγκυρία δείχνει περίεργη, όσο κι αν η κυβέρνηση εμφανίζεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις αμέριμνη, οχυρωμένη πίσω από μια άκαμπτη δημοσκοπική εικόνα. Το μεγάλο προβάδισμα που συντηρείται δεν μπορεί να σκεπάσει, ωστόσο, μια σειρά προβλημάτων που έχουν ήδη οδηγήσει και σε αλλαγή σχεδιασμών. Πάνω στη μαύρη επέτειο των Τεμπών, το Μαξίμου καλείται να διαχειριστεί και μια δικαστική απόφαση για τις υποκλοπές που, όσο κι αν σφυρίζουν αδιάφορα στο πρωθυπουργικό γραφείο, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία απρόβλεπτων εξελίξεων.
Πρωτίστως επειδή η δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο έδειξε ότι δεν έχουν όλοι εκείνοι που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα πιει το αμίλητο νερό. Μέσα σε αυτό το σκηνικό προέκυψε και η κλιμάκωση της σύγκρουσης με τον Αντώνη Σαμαρά που είναι εξίσου σαφές ότι έχει αναγκάσει το πρωθυπουργικό επιτελείο να αναζητήσει άλλο πλάνο διαχείρισης. Οι παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού βρίσκουν ανοικτά αφτιά στο συντηρητικό ακροατήριο και πλέον δεν μένουν αναπάντητες. Το ζητούμενο είναι εάν το αγεφύρωτο χάσμα θα αφήσει προσεχώς το δικό του δημοσκοπικό – και στο τέλος της ημέρας, εκλογικό – αποτύπωμα.
Ενας πρωτοδίκης κι ένας εισαγγελέας αρκούσαν εν τέλει να τραβήξουν το χαλί και η βαριά σκόνη των υποκλοπών να ξαναγεμίσει το δωμάτιο. Δεν είναι τόσο η προοπτική μιας νέας Εξεταστικής στη Βουλή όσο τα στοιχεία που μπορεί να εμφανιστούν μέσα από μια νέα δικαστική έρευνα.
Η πιστωτική του κρεοπώλη που πλήρωνε την επιμόλυνση με τα μηνύματα του Predator, ουδείς αποκλείει ότι μπορεί προσεχώς να αποκαλύψει περισσότερα – μαζί της και ο κρεοπώλης που είναι πλέον υπόλογος. Και διάφοροι άλλοι μάρτυρες που είχαν κληθεί στην προηγούμενη Εξεταστική, αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ψευδορκίες που ενδεχομένως στη νέα φάση να ξυπνήσουν τη μνήμη τους. Αίφνης, σε υπουργικά και βουλευτικά γραφεία αρκετοί θυμήθηκαν τις περιπέτειες του Ρίτσαρντ Νίξον. Μπορεί το 1972 να εξασφάλισε με άνεση την επανεκλογή του στον Λευκό Οίκο, με το «Γουότεργκεϊτ» να είχε ήδη αποκαλυφθεί στις βασικές διαστάσεις του και να αποτελούσε κομμάτι της δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων δεν έσβησε επειδή μεσολάβησαν οι κάλπες.
Τρία χρόνια αργότερα, όταν το ντόμινο με τους πρωταγωνιστές του σκανδάλου – από παρακρατικούς έως υψηλόβαθμους αξιωματούχους – έφτασε έξω από το Οβάλ Γραφείο, ο Νίξον αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την προεδρία και διασώθηκε ποινικά με την απονομή χάριτος από τον διάδοχό του, Τζέραλντ Φορντ. Στους κομματικούς διαδρόμους από προχθές έχει ανοίξει εκ νέου η συζήτηση για το ενδεχόμενο να προκύψει ένα «βαθύ λαρύγγι» και στα μέρη μας.
Σε μια πολύμηνη προεκλογική περίοδο που έχει ατύπως ξεκινήσει, είναι προεξοφλημένο ότι η πόλωση θα οξυνθεί και μπορεί να αποκτήσει ακραία χαρακτηριστικά. Οπως θεωρείται δεδομένο ότι η κυβέρνηση θα επενδύσει και σε αυτό, στοχεύοντας στη συσπείρωση πιστών και την αποφυγή διαρροών. Το κλίμα που μπορεί να διαμορφωθεί, ωστόσο, είναι αμφίβολο εάν θα αναδεικνύει την εικόνα της σταθερότητας, την οποία φιλοδοξούν να χτίσουν στο Μαξίμου ή ένα δηλητηριασμένο πολιτικό περιβάλλον θα συμπαρασύρει την εκλογική στρατηγική.
Η προοπτική εξηγεί ενδεχομένως και μια μάχη για την επόμενη ημέρα στη ΝΔ που έχει ξεφύγει από το παρασκήνιο και αποκτά εσχάτως δημόσιο χαρακτήρα. Ο Αδωνις Γεωργιάδης, για παράδειγμα, δεν έχει μπει σε μια αντιπαράθεση διαρκείας με τον Νίκο Δένδια, αποσκοπώντας να υπερασπιστεί την κυβερνητική υπεροπλία και το ανόθευτο «DNA της παράτασης», αλλά και για να δηλώσει «παρών» στις όποιες εσωκομματικές εξελίξεις προκύψουν στη μετεκλογική περίοδο. Τη δική του παρουσία, άλλωστε, έχει φροντίσει ήδη να αναδείξει από τις εσωκομματικές κάλπες του 2016 που τον οδήγησαν, πριν καν συμπληρώσει πενταετία στο κόμμα, και στην αντιπροεδρία της ΝΔ.
Ο Γεωργιάδης δεν θα είναι ο μόνος που θα μπει σε αυτή την κούρσα, βάζοντας τον Δένδια απέναντι, ιδίως εάν η δημοσκοπική «βελόνα» αρχίσει να λειτουργεί πιεστικά και για τη ΝΔ. Το ερώτημα είναι τι συνεπάγεται αυτό το εσωκομματικό κλίμα για τον Μητσοτάκη και πώς θα αντιδράσει.






