Πέντε γυναίκες, εργάτριες νυχτερινής βάρδιας στο εργοστάσιο μπισκότων, νεκρές μέσα σε ένα παρανάλωμα φωτιάς. Επτά νέοι άνθρωποι που ξεκίνησαν για ένα ταξίδι χαράς και συμμετοχής, νεκροί, διαμελισμένοι ανάμεσα στα συντρίμμια ενός αυτοκινήτου ύστερα από μία σύγκρουση που κόβει την ανάσα. Και οι δύο περιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη «μαγιά» ενός σεναρίου ή μυθιστορήματος.

Με ανάποδη εξέλιξη που, αρχίζοντας από το τραγικό γεγονός, θα «ξεφλούδιζε» τις ζωές των θυμάτων καθώς θα αφηγούνταν την προδιαγεγραμμένη πορεία τους προς τον θάνατο. Και έτσι, θα αναδείκνυε τη δραματικότητα που προκύπτει όταν οι ήρωες σχεδιάζουν ένα αύριο που ο θεατής ή ο αναγνώστης γνωρίζει ότι δεν θα προλάβουν, ανησυχούν για ελάσσονος σημασίας ζητήματα που δεν θα ζήσουν για να τα αντιμετωπίσουν. Αυτή η συνθήκη άλλωστε δεν είναι η τραγική ειρωνεία, βασικό «συστατικό» της κλασικής δραματουργίας;

Την εβδομάδα που πέρασε, ζήσαμε τις δύο τραγωδίες ως πραγματικότητα. Με λίγες ώρες διαφορά, σαν ένα σίκουελ θανάτου που μοιάζει σκηνοθετημένο από έναν «κακόβουλο θεό». Ή, αν το δούμε στη λογική και ρεαλιστική του διάσταση, σαν μία ηχηρή και μακάβρια υπενθύμιση ότι το τυχαίο, όλες αυτές οι συγκυρίες που μας οδηγούν στο αναπόφευκτο, δεν είναι η εξαίρεση όπως μας βολεύει να πιστεύουμε, αλλά ο κανόνας.

Και τυχαίο είναι, τελικά, το ότι μπορούμε να δραπετεύουμε από αυτόν. Τέτοιου είδους υπενθυμίσεις μας μετακινούν από τον άξονά μας. Μας κάνουν να νιώθουμε μετέωροι, εκτεθειμένοι σε θανατηφόρες συμπτώσεις, εύθραυστοι και ευάλωτοι, απειλούμενοι από μία «μοιραιότητα», μέρος της οποίας μπορεί να είναι και οι επιλογές μας.

Δεν είναι ότι φοβόμαστε μήπως συμβεί και σε εμάς, αυτή καθαυτή η διαπίστωση μας σοκάρει. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η ουσία της πολυχρησιμοποιημένης ενσυναίσθησης. Να μας πληγώνει βαθιά το δράμα του άλλου επειδή συνέβη σε εκείνον και όχι μόνο επειδή μπορεί, θεωρητικά, να συμβεί και σε εμάς.

Η προτεραιότητα του συναισθήματος

Οι δύο τραγωδίες μάς προκάλεσαν εθνική οδύνη καθώς, με διαφορετικό τρόπο η κάθε μία, «έξυσαν» κεντρικά θέματα του συλλογικού μας θυμικού. Είναι αυτό το «Οπου φτωχός κι η μοίρα του» που αναμοχλεύει με τραυματικό τρόπο το συναίσθημά μας από την παιδική κιόλας ηλικία.

Το συναντάμε σε παραμύθια, στη δημοτική αφήγηση, σε τραγούδια, στη λογοτεχνία, σε οικογενειακές ιστορίες. Και, όταν το βλέπουμε να συμβαίνει στη ζωή, τα γράδα της μαζικής συγκίνησης ανεβαίνουν σε ύψη που, ίσως, ουδεμία άλλη συνθήκη μπορεί να φτάσει. Ακόμη και οι ψυχρές αναλύσεις περί ταξικών θανάτων, επιχειρηματικών συμφερόντων ή εγκληματικών αβλεψιών, το συναίσθημα εγείρουν πριν τις επεξεργαστεί η λογική.

Και, σε τέτοιες περιπτώσεις, η προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι της λογικής δεν είναι μελό. Είναι υπαρξιακή ανάγκη, είναι η συναισθηματική μας αρματωσιά.

Για τις πέντε γυναίκες της βραδινής βάρδιας έχουν γραφτεί έργα και τραγούδια πολύ πριν από τον τραγικό θάνατό τους. Ανήκουν στη μεγάλη αλλά σιωπηρή κατηγορία αυτών που αφοσιώνονται στον καθημερινό αγώνα με την ευψυχία ήρωα στο πεδίο της μάχης.

Που προτάσσουν τις ανάγκες της οικογένειάς τους και παραμερίζουν τις δικές τους. Που αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν αποστολή. Από επιλογή ή από ανάγκη; Δεν έχει σημασία αφού και ο τρόπος διαχείρισης της ανάγκης, επιλογή είναι.

Είναι οι άνθρωποι που, με τις «μικρές» τους ιστορίες, φτιάχνουν τη μεγάλη Ιστορία του Ανθρώπου. Οι «πάντα γελαστοί και γελασμένοι» του στίχου του Αλκη Αλκαίου στο τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου. Αρχετυπικές φιγούρες της κοινωνικής μυθολογίας μας που η τραγικότητα του θανάτου τους μας συνδέει σε ένα κοινό πένθος το οποίο λειτουργεί σαν συλλογική εκτόνωση για ό,τι μας ταλαιπωρεί και μας πληγώνει.

Ενα «οικογενειακό» πένθος

Αυτός ο αυτοματικός δεσμός που δημιουργεί το πένθος εκφράστηκε εντυπωσιακά, λόγω των συνθηκών της τραγωδίας, στη μνήμη των επτά φιλάθλων του ΠΑΟΚ – και είναι από τις περιπτώσεις που δεν πυροδοτεί η εντύπωση το συναίσθημα, αλλά το συναίσθημα την εντύπωση.

Η συντριβή για τον θάνατο των παλικαριών ένωσε έναν κόσμο που βρίσκεται, εξ ορισμού, σε διαρκή αντιπαλότητα. Τα μηνύματα από όλους τους αθλητικούς συλλόγους, οι αντιδράσεις των φιλάθλων ανεξαρτήτως ομάδας, δεν ήταν απλώς ανακοινώσεις. Κατέγραψαν ένα «οικογενειακό» πένθος, από αυτά που ενώνουν τις οικογένειες ακόμη και αν οι συγγενείς είναι τσακωμένοι.

Στην προκειμένη περίπτωση τη μεγάλη αθλητική οικογένεια τα μέλη της οποίας, όποιου χρώματος συνθήματα κι αν φωνάζουν, τα συνδέει το θρησκευτικό πάθος για μια ομάδα, ζουν τα ίδια συναισθήματα, έχουν παρόμοιες εμπειρίες. «Σιγά», λένε κάποιοι, «σε δυο-τρεις εβδομάδες θα πλακώνονται πάλι στα γήπεδα». Δεν έχει σημασία. Αυτό που μένει είναι ότι, σε κάθε αναφορά στα θύματα του δυστυχήματος, θα κλείνουν όλοι ευλαβικά το γόνυ. Οπως γίνεται ακόμα, έπειτα από 46 χρόνια, για τη Θύρα 7.

Το συλλογικό πένθος που ζούμε τις τελευταίες μέρες, όπως κι αν εκφράζεται, δείχνει την ανάγκη μας για μία εγγύτητα η οποία υπερβαίνει τις καθημερινές σκοπιμότητες και τις ανούσιες αντιθέσεις που την κατακερματίζουν. Και που εδράζεται στη συναισθηματική και όχι τη διανοητική μας κουλτούρα.

Η φράση «Εντεκα παιδιά έμειναν χωρίς μανάδες και εφτά μανάδες έχασαν τα παιδιά τους», που αποτύπωσε τις δύο τραγωδίες, μπορεί να ακούγεται γραφική, αλλά «κουμπώνει» στη συγκινησιακή μας παράδοση.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk